Για τα μμάθκια της ηγουμένης (Μέρος 1ο)

The village priest attending the bonfire lighting, Easter Saturday

Ο Παπά-Γιαγκουλλής εκατέβηκεν που την μούλαν του μπροστά στους καφενέες του χωρκού. Το ράσον του ήταν μαζεμένον γυρόν που τα παντελόνια του τζιαι χρειάστηκεν να το ποτυλίξει. Εδίκλησεν αριστερά τζιαι θκιέβασεν την ταπέλλαν «Μορφωτικός Σύλλογος Ελπίδα». Εδίκλησεν δεξιά τζιαι θκίεβασεν «Ελληνορθόδοξον Σωματείον Σωκράτης». Μπροστά τζιαι που τους θκυό καφενέες οι τακτικοί εσταματήσαν τες κουβέντες. Οι τταβλαδόροι εκάμαν κράτει με τα ζάρκα στο σιέριν. Οι καπνιστές εβαστάξαν τον καπνόν μες τα πνευμόνια τους. Ως τζιαι οι ζίζζιροι εσταματήσαν να κατσιαρίζουν προς στιγμήν, σάννα τζιαι ‘τρωεν τους τζιαι τζιείνους η περιέργεια.

Ο Παπά-Γιαγκουλλής έκαμεν πως εγύρεφκεν κάτι μες την παλάσκαν του για να σκεφτεί. Εγύρισεν σιγά-σιγά τζιαι ίσιωσεν προς το χτίριον του Σωκράτη, «νάμαστεν πάντα μέσα» εσκέφτηκεν. Οι περίεργοι ποτζιεί τζιαι ποδά εσυνεχίσαν να τον ακολουθούν με τα μμάθκια τους καρφωμένα πάνω του, αλλά σιγά-σιγά οι κουβέντες εξαναρκέψαν. Τα ζάρκα εφατσιήσαν πας το ττάβλιν. Οι ζίζζιροι πάλαι εγεμώσαν το μεσομέριν τ’Αούστου με την κακόφωνην ασυμφωνίαν τους.

Ο Παπά-Γιαγκουλλής έκατσεν σε μιαν καρέκλαν, έφκαλεν το καλλυμαύκιν του τζιαι σκούπισεν το δρώμαν που το μέτωπον του με το μανίτζιην του. «Γυρεύκω τον Παπά-Γιωρκην, ξέρετε που να τον εύρω;» Ο καφετζιής του Σωκράτη, ο Αλέκκος, ήρτεν ευτύς κοντά του σάννα τζιαι κατάλαβεν ότι ο επισκέπτης ήταν σημαντικός. «Εεε, τα σπίθκια του εν δίπλα που την εκκλησιάν τ’Άη Γιωρκού, πάτερ…., εεεε, πάτερ….ίνταμπου σας λαλούν αν επιτρέπετε;» «Ευκαριστώ σε καφετζιή. Έναν ποτήριν νερόν αν έχεις θάχεις τες ευτζιές μου». Ο Αλέκκος, εχτός που ευγενικότατος ήταν τζιαι πολλά πιστός, τζιαι οι ευτζιές του παπά ήταν πάντα καλοδεχούμενες. «Εεε, ίνταμπου τον θέλετε τον Παπά-Γιωρκήν, να του φωνάξουμεν; Μιχαλάκη! Ρε Μιχαλάκη, έλα δα! Να πα να φωνάξεις του Παπά-Γιωρκή τωρά, βούρα ακούεις;» «Έννεν ανάγκη, εννά πάω να τον εύρω μόνος μου» αντίκοψεν τον ο Παπά-Γιαγκουλλής. Ήπιεν το νερόν του τζιαι φκήκεν που τον καφενέν. Εκαλλίτζιεψεν την μούλαν με μιαν σβελτάδαν που εξίππασεν τους καφενο-τταβλαδόρους.

«Περίεργα πράματα. Ποιός εν τούτος πάλαι;» εσκέφτην ο Αλέκκος, τζιαι ούλλοι οι άλλοι μιτά του. «Αλέκκο, έναν μαχαλλεπίν στα γλήορα!» «Έφτασεν!»

«Παπά-Γιωρκή! Παπά-Γιωρκή είσαι έσσω;» Ο Παπά-Γιωρκή ετζιοιμάτουν πουκάς τον ηλιακόν τζιαι συντρομάχτηκεν με την φωνήν του Παπά-Γιαγκουλλή. Εφόρεν παντελόνιν τζιαι μιαν φανελλούαν. Άρπαξεν το ράσον που την καρέκλαν δίπλα του τζιαι πήεν προς την πόρταν. «Έρκουμαι! Ποιός ένι;»

Ο Παπά-Γιαγκουλλής ήταν ο νέος παπάς του χωρκού. Δηλαδή ο νέος δεύτερος παπάς του χωρκού. Ο Παπά-Ματθαίος ο μακαρίτης είσιεν πεθάνει σχεδόν πριν έναν χρόνον, τζιαι καρτερούσαν την Μητρόπολην να στείλει νέον. Στο μεταξύν ο Παπά-Γιωρκής ελειτούρκαν ούλλες τες εκκλησιές μόνος του, βαφτίσια, κηδείες, γάμους τζιαι μνημόσυνα. Η επιτροπή εδίαν του θκυο-τρεις μπακκίρες παραπάνω για τον κόπον του. Οι χωρκανοί σιγά-σιγά εσυχχωρήσαν του το παραστράτημαν του με την προσφυγοπούλλαν, αφού τα χρόνια επεράσαν-αν τζιαι μέσα-μέσα η κουβέντα εγίνετουν στα τραπέζια του καφενέ, έτσι για το χάζιν.

Ο Παπά-Γιαγκουλλής ήταν το αντίθετον του Παπά-Γιωρκή. Έκαμεν σε μοναστήριν τζιαι ήταν πιο σπουδασμένος, Ο Παπά-Γιωρκής ήταν άνθρωπος του χωρκού, κάποτε αρκάτης στα χωράφκια, κάποτε περβολάρης, κατά βάθος ακόμα κοπελλούιν της στράτας άντζιαι εκόντεφκεν τα εξήντα. Ώσπου ήταν πιο νέος έπαιζεν τζιαι μάππαν κάποτε με τα κοπελλούθκια, παρόλο που του θυμώσαν τζιαι που την Μητρόπολην πως εν ήταν «καθώς πρέπει συμπεριφορά που αρμόζει σε ιερέαν». Παρόλον που ήταν τζιαι καλός παίχτης τζιαι έθελεν τον η Ελπίδα να παίξει για λλόου τους, εν ετόλμησεν γιατί τον απείλησεν ο Μητροπολίτης να του φκάλει τα γένια του τρίχαν-τρίχαν αν ετόλμαν. Αλλά επήαιννεν τζιαι στον καφενέν, τζιαι στα βερκά τζιαι στο ψάριν άμαν ελάχαινεν. Ήταν χωρκάτης με ράσον, τούτη ήταν η μόνη διαφορά. Ο Παπά-Γιαγκουλλής ήταν αυστηρός. Εθύμωννεν τζιαι του Παπά-Γιωρκή, τζι ας ήταν τζιαι 30 χρόνια πιο μιτσής του. Όι το τσιάρον εν αμαρτία, όι ότι εν πρέπει να πηαίννει στον καφενέν τζιαι να πολλο-συναναστρέφεται με το ποίμνιον του, γιατί πρέπει να διά το καλόν παράδειγμαν. Τζιαι έσυρεν του τζιαι μιαν σπόνταν για την προσφυγοπούλλαν, έτσι για να μεν ξιάννεται. Όποτε εδιαφωνούσαν ο Παπά-Γιαγκουλλής πάντα είσιεν το πάνω σιέριν γιατί ήταν θκιαβασμένος. Ο Παπά-Γιωρκής έμαθεν ναν παπάς που τον μακαρίτην τον τζιύρην του, έξεραν τα ευχέλαια τζιαι τα τρισάγια που μνήμην αλλά ως τζιαμαί. Ο Γιαγκουλλής ήταν θεολόγος. Εθεώρεν τον Παπά-Γιωρκήν κατώττερον του, τζιαι έδειχνεν του το τζιόλας.

Συνεχίζεται

Advertisements
This entry was posted in Ιστορίες and tagged . Bookmark the permalink.

5 Responses to Για τα μμάθκια της ηγουμένης (Μέρος 1ο)

  1. Ο/Η Aceras Anthropophorum λέει:

    Σαν να τζιαι ακούω τες ιστοριες του Παπά-Τσιλλάρα 🙂

  2. Παράθεμα: Για τα μμάθκια της ηγουμένης (Μέρος 2ο) |

  3. Ο/Η AnefOriwn λέει:

    Μάριε,

    Γράφεις: «Ο Σωκράτης, εχτός που ευγενικότατος ήταν τζιαι πολλά πιστός, τζιαι οι ευτζιές του παπά ήταν πάντα καλοδεχούμενες»…. Μήπως θές να πει ο Αλέκκος [ο καφετζιής] κι όχι ο Σωκράτης , που ήταν τ’ όνομα του «Ελληνορθόδοξου Σωματείου»;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s