Προσφυγοπούλλα μέρος B’

Barley sheaf

[Μέρος Α’]

«Ορτοδοξού, κάτσε να σου πω θκυο κουβέντες.» Ο τόνος της ανηψιάς της της Φουρεγκούς ήταν σοβαρός. Ευτύς ένωσεν έναν κόμπον μες το στομάσιην. Κάποιος εννά χτύπησεν, κάποιος επέθανεν ή ήτουν σοβαρά άρρωστος. Εσκούπισεν τα σιέρκα της πας την ποθκιάν τζιαι έκατσεν πας την καρέκλαν. Τα μμάθκια της καρφωμένα πας το πρόσωπον της Φουρεγκούς, να το θκιεβάσει, να καταλάβει μιαν ώραν ωμπρύττερα ίνταμπου εγίνετουν.

«Εεε, ξέρεις, Ορτοδοξού, οι χωρκανοί μιλούν. Έσιει τζιαιρόν που πάει η κουβέντα, αλλά εφοούμουν νάρτω να σου τα πω, αντρέπουμουν τζιόλας. Εν ιξέρω ίνταλως ν’αρκέψω.»

Ο Παπά-Γιωρκής ετέλλειωσεν με τον εσπερινόν στην εκκλησιάν της Παναγίας. Γύρις ημέρα ήταν γιορτή τζιαι έπρεπεν να λάμπει η εκκλησιά. «Αντρίκκο, άμαν ποσπαστεί η θκειά η Κατελού με τα καθαρίσματα κλειώννεις εντάξει;» Ο Αντρίκκος, καντηλανάφτης τζιαι πάντα παρών στην εκκλησιάν εν εδίκλησεν να τον δει. Έσουσεν την τζιεφαλήν του τζιαι συνέχισεν να συσταρίζει τα τζιερκά στο παγκάριν.

Ο Παπά-Γιωρκής έφκην έξω τζιαι τράβησεν μιαν βαθκιάν ανάσαν να γεμώσουν τα πνευμόνια του καθαρόν αέραν τζιαι μυρωθκιάν του γιασεμιού. Εξεκίνησεν να στραφεί έσσω του αλλά τα πόθκια του επήραν τον αλλού. Επέρασεν που τα σοκκάτζια του χωρκού, είπεν καλησπέρα σε 1-2 χωρκανούς τζιαι έκλωσεν το καντούνιν τους πρόσφυγες. Εκοντοστάθην. Έκαμεν να στραφεί αλλά εν εμπόρεσεν. Τα μμάθκια, τα σιείλη της προσφυγοπούλλας ετραβούσαν τον σαν το μέλιν. Που τότε που ήρτεν που την Μικρασίαν με τους άλλους πρόσφυγες ο κόσμος του εγίνην άνω-πουκάτω. Το σιέριν του επήεν, σχεδόν άθελα του, τζιαι κούμπησεν πας το παράθυρον ενός σπιθκιου-που ο θεός να το κάμει σπίτιν-ήταν χαλαμάντουρον. Εχτύπησεν όσον πιο απαλά εγίνετουν τζιαι ψυθίρισεν, το μμάτιν το καρφωμένον πας το στρατίν άμπα τζιαι φανεί κανένας. «Σταυρινή. Κόρη Σταυρινή. Είσαι μέσα;» Μετά που κανέναν λεπτόν η πόρτα εμισοάννοιξεν τζιαι μια μορφή μες τα σκοτεινά εφάνηκεν να τον καρτερά. «Σου είπα να μην ξανάρθεις. Θα μας πάρουνε χαμπάρι στο χωριό. Να φύγεις. Να φύγεις τώρα, ακούς;» Άλλα ελάλεν η φωνή της τζιαι άλλα η μορφή της. Ο Παπά-Γιωρκής έκλεισεν την πόρταν τζι’αγκάλιασεν την. «Να φύω; Θέλεις να φύω. Καλάν κόρη, φεύκω.» Τζι αγκάλιασεν την πιο σφιχτά τζιαι φίλησεν την. Η Σταυρινή έκαμεν να τον κουντήσει αλλά ετράβησεν τον πιο κοντά. Το τζιερίν έσβησεν.

Το χωρκόν εβούησεν. Εμαθέυτην πως ο Παπά-Γιωρκής ενικατώννετουν με μιαν προσφυγοπούλλαν. Μεγάλη αντροπή που τον παπάν του χωρκού, εγίνηκεν ρεζίλιν. Αναγκαστικά ο Παπά-Γιωρκής εσυνάχτηκεν λλίον, εν τον έπαιρνεν να συνεχίσει όπως πριν. Αντρέπετουν που τους χωρκανούς αλλά εσυνέχιζεν σάννα τζιαι εν έξερεν κανένας τίποτε, μια συλλογική, άγραφη συμφωνία να μεν το συναφέρουν, να κρύψουν να περάσουν ούλλοι. Εν τους έπαιρνεν να του πουν τζιαι τίποτε τζιόλας, ήταν παλλικάριν τζιαι μέσα-μέσα έδερνεν τζιόλας τζιαι φοούνταν τον.

Οι πρόσφυγες, ήταν που ήταν ξένοι σε ξένον τόπον, υποφέραν τζιαι τζιείνοι πολλά. Την Σταυρινήν ειδικά εν εδίκλαν κανένας να την δει, να της συντύσιει, σάννα τζιαι ήταν το φταίξιμον ούλλον δικόν της. Οι άντρες στον καφενέν πουτάναν την ανεβάζαν τζιαι πουτάναν την εκατεβάζαν. Η αηδία τους τζιαι απόρριψη τους όμως ήταν ανάμειχτη με αζούλαν, με περιέργειαν. Η ομορκιά της εγίνηκεν μύθος στην φαντασίαν των αντρών, κατάρα τζιαι απειλή στον νούν τον γεναικών. Φαντασία τζιαι πραγματικότητα εγινήκαν έναν, η Σταυρινή μια νέα Ρήγαινα τζιαι Αφροδίτη, θεά τζιαι δαίμονας μαζί. Ένας-θκυο νεαροί επηαίνναν νύχταν τζιαι πειράζαν την που το στρατίν, εφωνάζαν της τζιαι γελούσαν, ελπίζοντες ότι εννά φκει να τους θυμώσει για να την δουν που κοντά. Η Σταυρινή εμείνισκεν κλειωμένη τζιαι τζιείνη έσσω όσον εμπόρεν.

Ο νους του Παπά-Γιωρκή όμως εκόλλησεν, η Σταυρινή εγίνηκεν του εμμονή, εν έμπορεν να την ξιάσει. Κάποτε εξίαννεν τζιαι έπιαννεν την στράταν να πάει κοντά της αλλά εμετάνωννεν τζιαι στρέφετουν να πάει έσσω στην Ορτοδοξούν του. Η Ορτοδοξού που την αντροπήν της τζιαι τζιείνη εν επολλόφκαιννεν στο χωρκόν εχτος που την εκκλησιάν που εν εμπόρεν να ποφύει. Η καρκιά της έκρουσεν τζιαι γίνηκεν μαύρη. Που την μιαν ο θυμός της με τον Γιωρκήν, με την προσφυγοπούλλαν. Τέσσερεις γιους που τούδωκεν, ούλλη μέρα έσαζεν τον τζιαι τα κοπελλούθκια σαν την σκλάβαν τζιαι τούτη ήταν η πκιερωμή της. Που την άλλην η ενοχή, ο φόος ότι έφταιεν τζιείνη η ίδια που ο άντρας της εγύρεψεν αλλού τζιαι όι που λλόου της, ότι εν ήταν αρκετή για τον άντραν της. Ότι εχάθην η ομορκιά της τζιαι τζιείνης τζιαι εν του έκαμνεν πιον.

Τζιαι μιαν ημέραν ετελειώσαν ούλλα ξαφνικά, όπως αρκέψαν. Πολλοί πρόσφυγες εσηκωστήκαν τζιαι φύαν που το χωρκόν να παν στην πόλην να κάτσουν που είσιεν δουλειές, μιτά τους τζιαι η Σταυρινή. Ο Παπά-Γιωρκής όσον τζιαι κατάφερεν να την δει μιαν αμμαθκιάν να φεύκει με τα πράματα της φορτωμένα πας την μούλαν της, να πάει να βρει μιαν νέαν ζωήν αλλού τζιαι τζιείνη.

Ο Παπά-Γιωρκής εστράφην έσσω στην Ορτοδοξούν. Ηύρεν την να μαειρεύκει όπως πάντα. «Εννά κάμεις κανέναν καφέν παπαθκιά; ‘Ατε, έλα να μου κάμεις τζιαι λλίην παρέαν τζιαι πεθύμησα σε. Σάννα τζιαι έσιει τζιαιρόν να τα πούμεν.» Η φωνή του γλυτζιά, γεμάτη αγάπην. Η Ορτοδοξού άννοιξεν την αρμαρόλλαν τζιαι φκαλεν τον τζιησβέν τζιαι θκυο φεντζιάνια.

Βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα

Advertisements
This entry was posted in Ιστορίες. Bookmark the permalink.

3 απαντήσεις στο Προσφυγοπούλλα μέρος B’

  1. Ο/Η Δεσποσύνη λέει:

    Πάρα πολλά ωραίο! Καλως σε βρήκαμε εντωμεταξύ ξανά. Δυναμικό come back!

  2. Ο/Η M λέει:

    Ευχαριστώ Δεσποσύνη, ήταν τζιαιρός.

  3. Ο/Η AnefOriwn λέει:

    Μάριε,

    Γράφεις: «Εεε, ξέρεις, Φουρεγκού, οι χωρκανοί μιλούν»… Έχω την εντύπωση ότι αντί Φουρεγκού θα ‘πρεπε να ήταν Ορτοδοξού

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s