Γαϊδούριν! Έξω!

school-desks-305953_1280

Ο Κωστής εκάθετουν στο θρανίον του. Μπροστά του ήταν το βιβλίον της ιστορίας της τρίτης δημοτικού, ανοιχτόν, τζιαι πουπάνω το μολύβιν τζιαι το σβηστήριν του. Δίπλα του, στα δεξιά, εκάθετουν ο Γιάννος. Στα αριστερά του, το παράθυρον, τεράστιον τζιάμιν με τέλλαν σε σχήμαν ‘Χ’, «σε περίπτωσην σεισμού» όπως τους είπεν ο δάσκαλος. Ο δάσκαλος, ο κύριος Μαρκίδης-που τα μωρά ελαλούσαν ‘Ρέγχας’ γιατί συνέχειαν ετράβαν τζιαι έφτυννεν ρέγχες μες τα χαρτομάντηλα που πάντα εκουβάλαν μαζίν του-εκάθετουν στην έδραν. Τα σιέρκα του ήταν ολοτζιήτρινα που τα τσιάρα, τζιαι τα ρούχα του πάντα εβρωμούσαν τσιαρκές. Τα μωρά εφοούνταν τον πολλά. Ο Ρέγχας εθκιέβαζεν:

«Αργότερα, που οι άνθρωποι έγιναν κακοί και ανυπάκουοι, ο Δίας έκανε κατακλυσμό για να τους εξαφανίσει. Από τον κατακλυσμό γλίτωσε μόνο ο γιος του Προμηθέα, ο Δευκαλίωνας και η γυναίκα του η Πύρρα, που έφτιαξαν μια κιβωτό και κλείστηκαν μέσα….»

Τα σιέρκα του ήταν κουμπημένα πας το βιβλίον, αλλά ο Κωστής ήταν μόνον σωματικά παρών. Ο νους του ήταν στην άλλην πλευράν του παραθύρου, μαζίν με τα πουλιά που εσυνάουνταν πας τες ακακίες της αυλής. Ήταν Σεπτέμβρης, τζιαι έξερεν ότι τα πουλιά ερέσσαν που την Ευρώπην να παν στην Αφρικήν (οξά το ανάποδον;) τζιαι σταματούσαν τζιαι στο χωρκόν του. Αμπελοπούλια, τζιήκλες, δακκαννούρες, κοτσιηνολαίμηες, κοτσιηνονούρες. Κάθε Κυριακή ήταν η μέρα του για τα βερκά, να πιάσει καμιάν δεκαρκάν πουλλούθκια να τα φέρει μεζέν στο τραπέζιν της μάνας του.

Όμως ήταν Δευτέρα, τζιαι έπρεπεν να πάει σκολείον. Τα πουλιά εν εξέραν που Κυριακές τζιαι Δευτέρες, ούτε που Δευκίωνες τζιαι Πυράες. Εξέραν μόνον να φτεροπετήσουν, να παίξουν που κλωνίν σε κλωνίν, να κλάψουν. Εν είχαν βιβλία τζιαι δασκάλους.

«Η κιβωτός σταμάτησε στην κορυφή του Παρνασσού…»

Οι ακακίες πόξω που τα παράθυρα της τάξης ήταν συνήθως γεμάτες στρούφους, αλλά σήμερα το μμάτιν του Κωστή άρπαξεν μιαν τζιήκλαν να πετά τζιαι να σταμάτά να κάτσει πας την ακακίαν να πνάσει. «Αχ τζιήκλα μου τζιαι περιπαίζεις με, νάχα το λάστιχον μου τωρά τζιαι λάλουν σου».

«Η Πύρρα γέννησε ένα παιδί, τον Έλληνα. Από αυτόν καταγόμαστε όλοι εμείς οι Έλληνες…»

Το σιέριν του Κωστή επήεν στο μολύβιν. Προσεχτικά-προσεχτικά εγύρισεν τες σελίδες του βιβλίου ώσπου έφτασεν στην τελευταίαν πριν το εξώφυλλον που ήταν όφτζιερη, εχτός που το γραμματόσημον-που εν εκατάλαβεν ποττέ γιατί τα βιβλία εθέλαν τζιαι γραμματόσημα. Δίχως να θωρεί την κόλλαν, άρκεψεν να σκιτσάρει την τζιήκλαν, που εκαλόκατσεν πας το κλωνίν τζιαι άρκεψεν να κλαίει. Μέσα-μέσα επαρατήραν να δει αν τον εθώρεν ο δάσκαλος, αλλά τζιείνος εκάθετουν πας την έδραν τζιαι θκιέβαζεν που το βιβλίον. Κατίσιη του αν τον έπιαννεν να ζωγραφίζει. Ο Ρέγχας εν αστείευκεν.

Έκαμεν το περίγραμμαν του πουλιού, την μούττην του, το μματούιν του, τον νούρον τζιαι τα πόθκια. Άρκεψεν να βάλλει τες βούλλες πας την τζιοιλιάν του, μιαν-μιαν. Η ακακία έσφιζεν που ζωήν, ένας χορός φτερωτός, μια μελωδία άγρια. Αχ τζιαι νάταν Κυριακή, ναν πόξω μες τα χωράφκια να βουρά.

Η μελωδία εγέμωσεν τα φκια του Κωστή, εσυνεπήρεν τον. Εν άκουσεν την παρπατησιάν του δασκάλου. Η έννοια του ήταν να ζωγραφίσει την τζιήκλαν σωστά. Όπως εδίκλησεν να βάλει τες τελευταίες λεπτομέρειες πας την ζωγραφκιάν, ένωσεν το φτιν του να τραφκιέται προς τα πάνω. Είδεν με την άκριαν του μμαθκιού του τον Ρέγχαν να λάσσει: «Ίνταμπου κάμνεις ρε Κωστή; Πάλαι αφηρημένος;» Ο Κωστής εσηκώστηκεν σιγά-σιγά, ακολουθώντας το σιέριν του δασκάλου που ετράβαν το φτιν του για να λλιάνει ο πόνος, αλλά όσον εσηκώννετουν άλλον τόσον ετράβαν ο δάσκαλος. Το φτιν του άρκεψεν να κρούζει. Ο Ρέγχας ετράβησεν τον πάνω σιγά-σιγά ώσπου ο Κωστής εστέκετουν πας τες μούττες των ποθκιών του τζιαι δεν άντεχεν άλλον. Ακριβώς τζιείντην ώραν ο Ρέγχας εγύρισεν του έναν πάτσον με το άλλον του σίεριν που τον έσυρεν πάλαι πας την καρέκλαν του. «Ετσι ρε; Έτσι κάμνεις άμαν σας κάμνω μάθημαν; Που εν ο νους σου ρε; Που ένι; Έννα σου δείξω εγιώ όμως, έννα σε σάσω. Εν τζιαι ννα σ’έχω να μου παίζεις μες την τάξην μου!» Τζιαι δώστου πατσαρκές, η μια μετά την άλλην. Ο Κωστής έβαλεν τα σιέρκα του πας την τζιεφαλήν του να μεν τες τρώει μες τα μούτρα, αλλά ο Ρέγχας ήταν μάστρος. Ο Κωστής άρπασσεν τες που παντού, εθώρεν τα σιέρκα του Ρέγχα, με τα νύσια του τα τζιήτρινα, να έρκουνται σαν τα κύμματα, δίχα παμόν.

«Έτσι θέλεις εσού ρε! Έτσι θέλεις! Πάντα ο νους σου πόξω που το παράθυρον. Μα να δω! Μα γράφεις πας το βιβλίον ρε αχαμάκκη; Ζωγραφίζεις; Μάνα μου ρε, ζωγραφίζεις τα πουλλούθκια; Έννα σε κάμω εγιώ να δεις πουλλούθκια ρε κολότζιην, κολοκασόφυλλον! Βοσκός εννά καταντήσεις ρε, σαν τον τζιύρην σου! Βοσκός να γλέπεις κουέλλες! Κολοκασόφυλλον!» Τζιαι άρπαξεν την σελίδαν με την ζωγραφκιάν τζιαι έσσιησεν την.

Τζιαι οι πάτσοι σύννεφον. «Ώστε εν θέλεις να μάθεις για τους Έλληνες ρε; Εν γι’αυτόν πουννα μας πιαν οι Τούρτζιοι!»

Ο Κωστής πιον εν άντεξεν, άρκεψεν να κλαίει, ολοκότσιηνος που το ραφτίν τζιαι το κλάμαν. Ο Ρέγχας σάμπου επήεν να σταματήσει. Πιάννει τον ξανά που το φτιν, τζιαι σήκωσεν τον που το θρανίον. Ο Γιάννος ήταν σσιυφτός άμπα τζιαι φάει τζιαι τζιείνος καμιάν πατσαρκάν αδέσποτην. Ο Ρέγχας ετράβησεν τον Κωστήν μπροστά που την τάξην. «Ορίστε, δέτε τι παθθαίνουν όσοι εν προσέχουν την ώραν του μαθήματος. Γαϊδούριν! Αναιδέστατε! Έξω! Πήαιννε στο γραφείον του διευθυντή! Γαϊδούριν!»

Ο Κωστής έφκηκεν που την τάξην, κωλοσύρνοντας τα πόθκια του τζιαι προσπαθόντας να σταματήσει το κλάμαν. Ο Ρέγχας έκλεισεν την πόρταν ταπισόν του. «Που είμαστεν; Α, ναι. Ο Δίας απειλεί τον Προμηθέαν. Γιάννο, θκιέβασε γιε μου. Τζιαι οι υπόλοιποι, άμπα τζιαι δω σας αφηρημένους α!»

Ο Γιάννος, με τον τρόμον χαραγμένον πας το πρόσωπον του, εσυνέχισεν: «Και τότε…ο Δίας που τα σύννεφα μαζεύει…άγρια θυμωμένος…είπε: «Γιε του Ιαπετού, με τόσο…κοφτερό μυαλό, όσο κανένας…άλλος γελάς…που το δικό μου νου ξεγέλασες, κλέβοντας τη φωτιά, μεγάλη…όμως συμφορά…σε περιμένει…εσένα τον ίδιο…κι όσους ανθρώπους θα γεννηθούν μετά…»

Η τζιήκλα ακόμα εκελαήδαν.

Advertisements
This entry was posted in Ιστορίες and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s