Η Μαρία

Εγεννήθηκεν σε άλλες εποχές, τότε που ο κόσμος ήταν ασύγκριτα απλός τζιαι η ζωή αφάνταστα πιο δύσκολη. Τότες που οι μανάες εν ετολμούσαν να περιχαρίσουν για το νεογέννητον τους, γιατί πολλά(τζιαι πολλές) επεθανίσκαν πριν να ποσαραντώσουν. Τότε που πολλές μανάες εν επιβιώνναν την γένναν έτσι τζι αλλιώς. Τότε που το γομάριν της γεναίκας ήταν 100πλάσιον.

Στες πρώτες μου αναμνήσεις ήταν ήδη κοτζιάκαρη η γιαγιά η Μαρία. Μια φιγούρα μαυροντυμένη, μες την καμαρούαν της πίσω που το σπίτιν της κόρης της της μιτσιάς. Οι πρώτες μου αναμνήσεις ήταν μετά τον πόλεμον, που εκάμαμεν κάτι χρόνια στην Λεμεσόν τζιαι στρεφούμαστεν στο χωρκόν τζια μεινίσκαμεν μαζίν της. Εσυνάουνταν ούλλα τ’ανήψια μου (σκεφτείτε πόσα έχω, που 6 θείους τζιαι θείες) τζιαι κάμναμεν την αυλήν της γήπεδον, παναΰριν.

Η γιαγιά εν έξερεν πολλά γράμματα. Αθθυμούμαι που έφκαλλεν τες επικεφαλίδες της εφημερίδας γράμμαν με το γράμμαν, τζιαι ήταν πολλά περήφανη γιατί τον τζιαιρόν της οι γεναίτζιες εν εμαθθαίνναν τίποτε. «Είδες που ξέρω;» ελάλεν μου, τζιαι γελούσαν τα μμάθκια της.

Η γενιά της εν είσιεν τζιαιρόν για κοινωνικές φιλοδοξίες. Η μοναδική τους φιλοδοξία ήταν νάσιει φαΐν πας το τραπέζιν για ούλλους τζιαι ναχουν τα μωρά ρούχα τζιαι παπούτσια να φορήσουν στο σκολείον. Ως τζιαμαί. Ο μόνος που εφτά αδέρκια που έφκαλεν γυμνάσιον τζιαι λύκειον ήταν ο τζιύρης μου. Ο παππούς μου, στην ατέλειωτην του σοφίαν, εν έθελεν να τον πέψει γιατί τότες εκόστιζεν. Τελικά, κλάψε κλάψε ο μιτσής εμαλάκωσεν η καρκιά του πατριάρχη τζιαι δέχτηκεν, μετά που τες παρεμβάσεις τζιαι της αρφής του (η ίδια εννοείται εν επήεν). Οι άλλοι ούλλοι επήαν δουλειάν ποτζιεί ποδά, χαμαλλίκκια, χτίσματα. Οι κόρες εγινήκαν σύζυγοι στην υπηρεσίαν των αντρών τους. Μια που τούτες τες θείες εν που τους πιο μορφωμένους ανθρώπους που εγνώρισα, απόδειξη του ότι έννεν οι σπουδές που κάμνουν τον άνθρωπον μορφωμένον.

Η γιαγιά ήταν τζιαι τζιείνη στην υπηρεσίαν της οικογένειας. Εδούλευκεν στα χωράφκια άλλων, εμαείρευκεν για 8 στόματα, έντυννεν τους ούλλους τζιαι καθάριζεν το σπίτιν που πάνω ως κάτω. Ο γενιά της είδεν το τέλος του πρώτου πολέμου, την οικονομικήν καταστροφήν τζιαι την φτώσιαν του μεσοπολέμου, τον δεύτερον τον πόλεμον, την ΕΟΚΑ, τον Μακάριον, την ΕΟΚΑ (πάλαι), τον ψυχρόν πόλεμον, την εισβολήν, τζιαι την Ευρωπαϊκήν Ένωσην. Όι πως είσιεν η γιαγιά τζιαιρόν να ασχοληθεί με τούτα ούλλα. Τούτες ήταν δουλειές των ‘αδρώπων’. Αθθυμούμαι πάντα τζιαμαί στο σπιτούιν της είσιεν φωτογραφίες καδρομένες, με κουκκούλια του μεταξοσκώληκα που έκαμνεν ώσπου εθώρεν καλά. Τζιαι ήταν η ιστορία της οικογένειας μου πας τον τοίχον, ένας τοίχος πας το σπίτιν-κοιτίδα του σογιού μου.

Ο άντρας της, σκλερός κομμουνιστής τζιαι συνδικαλιστής, εριψοκινδύνευκεν την ζωήν του (τζιαι της οικογένειας του ούλλης) για την ιδεολογίαν του. Άντρας αυστηρός, σκλερός της δουλειάς που εκάθετουν να φάει μόνος του γιατί έθελεν να πνάσει άμαν έρκαιτουν έσσω, δίχα να τον πονοτζιεφαλιάζουν τα κοπελλούθκια. ‘Ηταν άντρας βαρετός ο παππούς. Μιαν φοράν εστράφηκεν ο θκειός μου έσσω με έναν ζευκάριν παπούτσια ολοτζιαίνουρκα, ανταμοιβή για τον πρώτον του μιστόν που τα χτίσματα. Εθύμωσεν του ο μακαρίτης γιατί να πα να ξοθκιαστεί. Ο θκειός μου, τατσίζης τζιαι τζιείνος, λαλεί του «ριάλια δικά μου ότι θέλω κάμνω». Εφουτουνιάστην ο παππούς, εσηκώστηκεν τζιαι έπιαεν τα παπούτσια τζιαι έσσιησεν τα με τα σιέρκα του. Ήταν σταλινιστής τον τζιαιρόν του σταλινισμού, τζιαι έτσι φράξιες εν τες εδέχετουν.

Τούτα έζιεν η Μαρία. Στο τέλος επάντρεψεν τους ούλλους, είδεν αγγόνια τζιαι δισάγγονα. Για πολλήν τζιαιρόν όποτε επήαιννα να την δω πάντα αρώταν με πότε ήταν ν’αρμαστώ, όπως η στετέ του Φιρφιρή. Άμαν τζιαι τελικά επήρα της το έτερον μου ήμισυ να το γνωρίσει είσιεν πιον κουφάνει τέλλεια, αλλά τα μμάθκια της εγελούσαν. «Άτε, έμεινεν ο μιτσής τωρά» λαλεί μου. Ήταν 2004 τζιαι ο ‘μιτσής’ ακόμα ν’αρμαστεί (ακούεις ρε νέο;).

Το μαράζιν μου εν ότι η στετέ άφηκεν μας ενώ είμαστεν σχεδόν έτοιμοι να γεννήσουμεν την κόρην μου. Εν επρόλαβεν η μια να γνωρίσει την άλλην-ήταν να δει η στετέ αλλόναν δισάγγονον. Αλλά άτε, εκάμαμεν σπουδές τζιαι διδαχτορικά, έχουμεν καριέρες ιμίsh. Ήταν 96 χρονών παρκά του κάτι μήνες, τζιαι είσιεν 30 χρόνια να φάει σιοίρον.

Advertisements
This entry was posted in Ιστορίες and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

10 Responses to Η Μαρία

  1. Ο/Η postbabylonpostbabylon λέει:

    Μάνα μου την τη στετέ… αθθύμισες μου την δικήν μου, πολλά παρόμοια ιστορία. Εγω έχω δαμέ εναν μαξιλαρούιν που τζείνα που έκαμνεν η γιαγιά μου με «λουρούες» δηλαδή με υπολοίμματα υφασμάτων τζιαι εν μπορείς να φανταστείς πόσον το αγαπώ!

    Την κόρην σου θωρεί την, τζιαι εσάς ούλλους να’σαι σίουρος!

    τούτον με τον σιοίρον πρέπει να μου το εξηγήσεις όμως… η δική μου εν έτρωεν τον βούν «ίντα, τα χτήνα που έχω να μου δουλευκουν εννα τα τρώω;» ελάλεν.

  2. Ο/Η Grouta λέει:

    Μανα μου τες γιαγιουλλες μας ρε! Καλη τους ωρα τζει που βρισκουνται!
    Η δικη μου εν ετρωε ουτε κρεας, ουτε ψαρι! Μονο χορτα, λαχανικα τζαι γαλακτοκομικα (δικης της παραγωγης δηλ. ακρως βιολογικα) τζαι παρολ’ αυτα, επεθανε κοντα στα 70 που καρκινο. Τι να πεις…

  3. Ο/Η aqua λέει:

    ήντα καλά που το εμοιράστηκες μαζί μας… Ευχαριστούμεν..!

  4. Ο/Η HeatJo λέει:

    Οι γιαγιάδες μας, τζείνο τον τζαιρόν, με τον τρόπο τους εκρατούσαν τες ισορροπίες στο σπίτι.
    Πολλά συγκινητική η ιστορία με τη γιαγιά την κοτζάκαρην. Εν τούτα τελικά που μας μεινίσκουν…

    • Ο/Η M λέει:

      Ναι, ήταν πολλά ντελικάτη η θέση τους τζιαι πολλή η δουλειά τους. Τζιαι αντιπαθώ το πολλά άμαν τιμούμεν ‘μανάδες’, γυναίκες που επροσφέραν τα παιθκιά τους στον αγώναν κλπ, γιατί εν σάννα τζιαι λαλούμεν ότι οι γυναίκες επροσφέραν παιθκιά στον αγώναν που εκάμναν οι άντρες, ήταν στο παρασκήνιον κλπ. Η ιδιότητα τους ως μανάδες τζιαι σύζυγοι εν πρέπει να εν το επίκεντρον.

  5. Ο/Η misirlou λέει:

    makari na moiaso tis dikis mou sto xiliosto j en na eimai polla xaroumeni, petiximeni, pliris, efxaristimeni, perifani en vrisko tin akrivi leksi alla moiazei me ikanopoiisi…

  6. Ο/Η Ænima λέει:

    Οι κυπριακές οικογένειες του τότε μοιάζουν τόσο μα τόσο μεταξύ τους. Ιστορίες κοινές, βιώματα τόσο μοιαστά. Άκου ιστορία που μας τη διηγείται η μάνα μου ως σήμερα.Ο θείος που εδούλευκε που τα 12 του στα κτίσματα με τον πρώτο του μισθό επήε στη Μάνα του άνοιξε το χέρι του και είπε της «Μανά πιάσε και αν θέλεις άφηκε». Με τα υπόλοιπα επήε και αγόρασε μια φυσαρμόνικα την οποία ο τραχύς βασανισμένος παππούς που μοιάζει με το δικό σου και με τους παραπάνω τζείνου του καιρού έκαμε χίλια κομμάτια διότι ένεν πράματα τούτα που πάει και τρώει τα ριάλια του ο γιός του. Που αν το καλοσκεφτείς τότε ακόμα ήταν ένα μωρό.

    • Ο/Η M λέει:

      Όμορφη ιστορία Aenima, που δείχνει την φτώσιαν τζιαι τη δυσκολία της ζωής άλλοτε. Εν σάννα τζιαι εν φκαρμένες που μυθιστορήματα. Νομίζω ότι που την πλευράν των πατεράδων, ήταν μια έκφραση απελπισίας, συντηρητισμού που επροκλήθηκεν λόγω της φτώσιας. Η γενιά τους εν αγόραζεν φυσαρμόνικες, ούτε τζιαινούρκα παπούτσια αν δεν ήταν γιορτές…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s