Οι περιπέτειες του κακομάζαλου ταξιδευτή (Β’ μέρος)

Συνέχεια που το Α’ δαμαί

Εφκήκα στον δρόμον για τον σταθμόν του τρένου, φορτωμένος το σακκίδιον μου τζιαι μίζερος, σε τόπον πον τον έξερα καλά, άυπνος τζιαι νευριασμένος. Σε κανέναν 10λεπτον έφτασα στον σταθμόν, έναν κτίριον που το εχτίσαν πιθανότατα επί Οθωμανών που επεράσαν τα τρένα για πρώτην φοράν τον 19ον αιώναν ή αρχές του 20ου.

Ήταν περίπου 6 το πρωίν. Επήα ευτύς στα γραφεία. Το επόμενον τρένον ήταν η ώρα 11, μετά που 5 ώρες. Ο σταθμός είσιεν καφενείον αλλά ήταν κλειστόν. Έμπηκα στην ‘αίθουσαν αναμονής’, μιαν κάμαρην που αθθύμιζεν παλιόν σκολείον, με κάτι ξύλενους πάγκους, ούλλα πογιατισμένα άσπρα τζιαι μπλε. Εν είσιεν κανέναν τζιαμαί, τζιαι άφηκα το σακκίδιον μου παρά πλευρού τζιαι έγειρα πας σ’έναν πάγκον να τζιοιμηθώ. Κάθε λλίον εξύπνουν. Θέλεις το άγχος, η ανασφάλεια που ένιωθα που ήμουν μόνος μου σε ξένον τόπον, η έννοια μου άμπα τζιαι ποτζιοιμηθώ τζιαι χάσω το τρένον (είπαμεν reisefieber), βασικά εν έκλεισα μμάτιν. Τζιαι αν ετζιοιμήθηκα, εξίκκο σου, ο ύπνος μου ήταν πολλά ανήσυχος. Εφκήκα ξανά πόξω κατά τες 10. Το καφενείον άνοιξεν τζιαι παράγγειλα καφέν με κρουασάν. Απέναντι που τες γραμμές του τρένου πανέμορφοι καταπράσινοι λόφοι, πολλά γλυτζιά φύση που υποσχέθηκα να επισκεφτώ για να της δώκω την σημασίαν που της άξιζεν.

Ήρτεν το τρένον, στην ώραν του. Κατά μεγάλην μου έκπληξην το τρένον ήταν μοντέρνον τζιαι όι καρβουνιάρης, με κλιματιστικόν τζιαι ούτε ίχνος τσιάρου. Έκατσα σε μιαν θέσην τζιαι φύρτηκα ευτύς, πρέπει να ροχάλιζα τζιόλας γιατί εξύπνησα με 1-2 φορές. Άμαν εξύπνησα πιον εκοντεύκαμεν στο Πύθιον που ήταν να περάσουμεν τα σύνορα. Τζιαι σταματά το τρένον. Η ανακοίνωση είπεν ότι εφτάσαμεν στον προορισμόν μας τζιαι να κατεβούμεν, ήταν να έρτει άλλον τρένον Τούρτζικον να μας πάρει που τζιαμαί τζιαι τζιεί (τωρά άλλαξεν-το τρένον πάει ολόισια).

Κατεβαίννω που το τρένον. Ήταν καμπόσοι μαζί μου, Τούρτζιοι, τουρίστες τζι εγώ. Επήαμεν μίσιημου να ρωτήσουμεν πότε ήταν νάρτει το τρένον, εν έξερεν κανένας. Κάθούμαστεν, καρτερούμεν, καρτερούμεν, καρτερούμεν. Έναν καφενούιν που ήταν τζιαμαί έκαμεν τα παλλούτζια του γρουσά. Στο τέλος, μετά που 2 ώρες, ήρτεν το Τούρτζικον το τρένον, τζιαι με το που το είδα εμαύρισεν η καρκιά μου. Καρβουνιάρης. Τέλος πάντων, πίσω να κάμω εν είσιεν πιον.

Φκαίννουμεν ούλλοι πας το τρένον. Εβάλαν μας ούλλους τους ξένους στο ίδιον βαγόνιν για ναν ευκολία να τσιεκκάρουν διαβατήρια. Περνούμεν μιαν γέφυραν πουπάνω που τον Εύρον, τζιαι μέναν η καρκία μου εφάκκαν σαν το ταμπουλέκκιν, αφού για πρώτην φοράν επέρνουν να πάω σε τούτην την χώραν που μας επεριγράφαν μιαν ζωήν ως τον μεγάλον εχθρόν-η πλύση εγκεφάλου πάει πολλά μακρά, ούτε με διδαχτορικόν εν την ξιλείφκεις.

Περνούμεν καρτζιήν τζιαι σταματά το τρένον. Φκαίννει ένας αστυνομικός τζιαι συνάει τα διαβατήρια. Εθώρεν τα έναν-έναν, Καναδέζικον, Αμερικάνικον, Εγγλέζικον. Φτάννει στο δικόν μου τζιαι με το που το είδεν αντελοσσιάστηκεν, θωρεί με τζιαι κάμνει μου νόημαν να κατεβώ. Κατεβαίννω, πάω στο γραφειούιν τους. Κάμνουν κάτι τηλεφωνήματα τζιαι με καμιάν 10αρκάν ευρώ εξεμπέρτεψα. Φκαίννω πας το τρένον, τζιαι ξεκινά να πάει. Σιγά σιγά. Πολλά σιγά. Είσιεν τζι έναν που επούλαν τσιάιν, μες τα ποτηρούθκια τα Τούρτζικα. Εγώ, ως τυπικός Κυπραίος, αν δεν είμαι άρρωστος του θανατά τσιάιν εν πίννω, οπότε επήα πάσον, αν τζιαι ο τσιαϊτζιής ήταν πολλά ευγενικός.

Η μεγάλη διαφορά που επαρατήρησα αμέσως μόλις ερέξαμεν τα σύνορα ήταν το ότι τα χωράφκια εν είχαν κανονικήν άρδευσην τζιαι ήταν γεμάτα ήλιους ώσπου έφταννεν το μμάτιν, ο κάμπος ολοτζίτρινος. Πανέμορφοι τόποι, η Θράκη (τζιαι που τες 2 πλευρές) νομίζω σηκώννει πολλήν περιήγησην.

Αλλά το τρένον επάαιννεν πολλά σιγά τα γέριμα. Εσταμάταν μες τον κάμπον τζιαι κατέβαιννεν κόσμος, σάννα τζιαι ήταν ταξί. Οι κάμποι τζιαι τα χωρκά γεμάτα κοπελλούθκια που εφωνάζαν του τρένου τζιαι βουρούσαν δίπλα του για την πλάκαν. Σιγά-σιγά, κούτσα-κούτσα, το τρένον εκόντευκεν. Ενύχτωσεν. Αρκέψαν να φαίνουνται που μακρά τα φώτα της Πόλης. Τσούκκου-τσούκκου το τρένον.

Άμαν τζιαι μπήκαμεν μες τα τείχη τα Βυζαντινά εκατάλαβα πως εκοντέψαμεν τέλλεια. Στο τέλος έφτασεν στο Σιρκετζί, το κεντρικόν σταθμόν, η ώρα 10. Έκαμεν περίπου 7 ώρες που τα σύνορα. Ο Βαγγέλης ο ταξιτζιής ήταν να το κάμει Κομοτηνή-Πόλη σε 2 1/2, υποτίθεται. Κατεβαίννω που το τρένον. Εφόρουν έναν παντελονούιν μιλιτέρ, τζιαι μιαν φανέλλαν, τζιαι που τες πολλές τες ώρες ταξιθκιού, τον λάλλαρον τζιαι το δρώμαν ήμουν σαν τον χτίστην που σκολάννει να πάει έσσω του. Καρτερούν με η φίλη μου τζιαι κάτι θείες της, ούλλες ντυμένες στην τρίχαν. Εγιώ με το σακκίδιον, κουρούπεττος σωστός με οσμήν θεσπέσιαν, το Κυπριακόν μου μαλλίν φριζζάτον που την υγρασίαν τζιαι το δρώμαν. Ερωτήσαν με αν επείνουν, τζιαι επειδή ήταν να φυρτώ της πείνας επιάν τζιαι πήραν με σε έναν που τα πιο ακριβά σουβλιτζίδικα της Πόλης, που ο κόσμος εν ούλλος καλοντυμένος τζιαι τα γκαρσόνια άψογα. Εγιώ κκιλίντζιηρος, που εν με εκάνεν η ποστασιά μου, ένιωθα τζιαι άσσιημα που με πήραν τζιαμαί τζιαι ήμουν σαν την μούγιαν μες το γάλαν. Στο τέλος εφάμεν, ήπιαμεν το αϊράνιν μας τζιαι επήαμεν έσσω. Έππεσα να τζιοιμηθώ μεσάνυχτα. Έκαμα το Θεσσαλονίκη-Πόλη σε 24 ώρες. Αν ήμουν πας τον γάρον ήταν νάχω τζι έλεος.

Η Πόλη όμως εγιάτρεψεν με καλά. Πανέμορφη, γλυτζιά, μαγευτική.

Advertisements
This entry was posted in Ιστορίες, Ταξίθκια and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

14 απαντήσεις στο Οι περιπέτειες του κακομάζαλου ταξιδευτή (Β’ μέρος)

  1. Ο/Η ρίτσα λέει:

    οι αναμονές στα ταξίδια είναι τόσο ατέλειωτες…
    τζιαι το άγχος που ένιξερεις που να πάεις τζιαι να έρτεις σε τζιηντον τόπον

    τι ωραίο τραγούδι…

  2. Ο/Η postbabylon λέει:

    πολλά ωραίον το ταξιδιωτικόν σου! θέλουμεν τζιαι συνέχειαν, εντυπώσεις, μυρωθκιές!
    Τζιαι εγώ ήμουν λλίον αναστατωμένη που εκατεβηκα στο Κεμάλ Αττατουρκ την πρώτην φοράν, τζιαι ενόμιζα ήταν να με πάρουν για ειδικήν εξέτασην μόλις εθωρουσαν το διαβατήριον μου, αλλά πιττίν. Επουλήσαν μου την βίζαν, τα 10 ευρώ που λαλέις, ο μίτσης στα διαβατήρια εχασκιάστηκεν λλίον με τα τουρκικά στο διαβατήριον, τζιαι ερώτησεν μόνον «τουρκμουσούν;» απάντησα «χαϊρ, κιμπρισλιγιμ» τζιαι η απάντηση φένεται άρεσεν του.
    Στην πόλην ένιωθα στο σπίτιν μου, κατι πολλά παράξενον! εν είσιεν τίποτε που να μου εφέναιτουν «ξένον».

  3. Ο/Η postbabylon λέει:

    α τζιαι κάτι άλλον! εφκήκεν μια καινούργια ταινία, «Αλμάνια», μια πολλά όμορφη περιγραφή της τουρκ. μεταναστευτικής εμπειριάς στη Γερμανία, ενι ξέρω αν ξέρεις γερμανικά ή αν εφκήκεν με υπότιτλούς, αλλά εν πολλά καλη γελάς τζιαι κλαίεις!

    • Ο/Η M λέει:

      Ποστ μου οι αντιδράσεις μου ήταν πολλά μικτές την πρώτην φοράν. Έκαμεν μου εντύπωσην που επέρνουν απαρατήρητος, σάννα τζιαι έπρεπεν να γράφει πας το μέτωπον μου εχθρός…άλλες εντυπώσεις: τα στερεότυπα που εκαταρρεύσαν, το πόσον μοντέρνα τζιαι τεράστια πόλη εν η Πόλη, ο πλούτος τζιαι η φτώσια, το σιμίτ τζιαι το μπαλίκ εκμέκ. Την πρώτην φοράν που επήα, έκαμα 3-4 μέρες να αρθρώσω λέξην στα τούρτζικα, παρόλα τα χρόνια μάθησης, άρκησα να κάμω κλικ-τζιαι τούτον παθθαίνω το κάθε φοράν που πάω. Η ταινία φαίνεται πολλά ωραία αλλά εν ήβρα υπότιτλους, εν που εν νέα νομίζω.

  4. Ο/Η Aceras Anthropophorum λέει:

    Εγώ ακόμα να πάω. Ωραία που μας επήρες έστω τζιαι για λλίον.

    • Ο/Η M λέει:

      Νομίζω σηκώννει ποστ για τες πρώτες εντυπώσεις, αλλά επειδή επήα πολλές φορές που τότε η μνήμη μου παίζει μου παιχνίθκια

  5. Ο/Η antzieloshiasmenimagissa λέει:

    Καλησπέρα! Πολλά όμρφη ανάρτηση! Έφερε μου τζιε μένα μνήμες που την πρώτη μου φορά στην Πόλη. Λλίο διαφορετικές, αφού στο Πύθιο άκουσα τα που τους αστυνομικούς τους καλαμαράες που «ετόλμουν τζιαι εν αντρέπου μουν» να ταξιδέψω με «έτσι» (κυπριακό) διαβατήριο, αλλά τζιαι που τους Τούρκους τους αστυνομικούς που την άλλην μερκά των συνόρων που εξητιμάζαν τους δικούς τους στην Πρεσβεία στην Αθήνα που μου εδώκαν βίζα. Τα υπόλοιπα όμως όπως τα περιγράφεις: το τρένο καρβουνιάρης, τα λιοτρόπια, το σιοκ που εν εδιούσαν σημασία στον «εχθρό»!!!! Ενιωθά παντές τζιαι ήταν άλλος κόσμος: «Μυρίζει» μυστικισμόν τζιήνη πόλη!

  6. Ο/Η Αππωμένη λέει:

    αμάν τζιαι καταλάβω που reisefieber. συμπάσχω τα μάλα αγαπητέ! 🙂
    Τελικα εμάθαμεν γιατί εν ήρτεν ο ταξιτζής;

    Ευχαριστώ για το ταξίδι. Ετοιμάζουμαι να πάω σε κανά θκυο μήνες Πόλη τζιαι εν ωραία που μαθαίνω πληροφορίες.
    Προλαβαίνω να μαθω λία τούρτζικα;

  7. Ο/Η antzieloshiasmenimagissa λέει:

    Είδα τζιαι το άλλον τζιαι τζιήνον πολλά καλόν. Δείχνουν ότι αρέσκει σου η Πόλη τζιαι έσιεις δίκαιο έννεν μια, εν πολλές! Καμιά σχέση μεταξύ gecekondu ας πούμεν τζιαι ξενοδοχείου Μάρμαρα. Επήα δκυό φορές πριν το 2004 τζιαι 3-4 μετά. Αλλό λλίον εννα πιάω τζιαι υπηκοότηταν όπως πάω! 🙂 Εν χορτάννω όμως! Έσιει τόσα πολλά πράματα να δεις, να ακούσεις, να μάθεις, να βιώσεις!

    Καληνύχτα!

    • Ο/Η M λέει:

      Η Πόλη όντως αρέσκει μου πολλά, μαγεύκει με τζιαι πληγώννει με ταυτόχρονα. Εθώρουν τες φωτογραφίες του Αρά Γκιουλέρ τζιαι κάποια πράματα (όπως η μεγάλη φτώσια) εν αλλάξαν τζιαι πολλά…

  8. Σε έτσι τόπους Μάριε, με τόσον κόσμον τζιαι τόσες «ευκαιρίες»/ «δυνατότητες» για αφάνια, η φτώσια εν τζιήνον που διατηρείται παραπάνω τζιαι εν τζιαι πιο εμφανές! Ακόμα τζιαν κάποιος εν θέλει να ψάξει πολλά!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s