Οι περιπέτειες του κακομάζαλου ταξιδευτή

Το 2004 ήταν να πάω για πρώτην φοράν Πόλην. Είπαμεν όι της Χρυσοχούς, αν τζιαι εννά σας γράψω τζιαι για τζιείνην σε κάποια φάση που εννά αθκειάσω. Επειδή έτσι τζι αλλιώς ήταν να πάω Ελλάδαν, είπα να κάμω μιαν μίνι τουρνέ να δω φίλους τζιαι συγγενείς. Επήα Αθήναν, έκατσα 2-3 μέρες τζιαι μετά έπια το τρένον να πάω Θεσσαλονίκην που την αγαπώ πολλά. Έχω τζιαι μιαν θείαν τζιεικάτω τζιαι όποτε μπορώ πάω τζιαι θωρώ την.

Εμίλουν με τον φίλον τον Αντώνην, που έκαμεν παρόμοιαν διαδρομήν προς την Πόλην πριν που μέναν, τζιαι είπεν μου να πάω ως την Κομοτηνήν με λεωφορείον του ΚΤΕΛ τζιαι που τζιαμαί να κανονίσω ταξί. Έχει κάτι ταξί που κάμνουν την γραμμήν πολλά γλήορα, σχετικά φτηνά τζιαι χωρίς πρόβλημαν. Λαλεί μου ο Αντώνης: «να τηλεφωνήσεις του Βαγγέλη (σσ. ταξιτζιής) τζιαι να του πεις ότι σου έδωκα εγώ το νούμερον τζιαι να κλείσεις θέσην.» Ώραια λαλώ τζι εγώ, μια χαρά, εννά πάω συστημένος.

Τηλεφωνώ του Βαγγέλη. «Κανένα πρόβλημα παλλικάρι μου» λαλεί μου. «Θα σε πάρω απ’το σταθμό του ΚΤΕΛ στις 5 το πρωί και φύγαμε.» Πόμπα. Κλείω εισιτήριο στο ΚΤΕΛ που το τηλέφωνον, τζιαι κατά τες 11 την νύχταν πιάννω ταξίν να με πάρει στον σταθμόν του ΚΤΕΛ λλίον πόξω που την Θεσσαλονίκην. Ο ταξιτζιής άκουεν μιαν γαμάτην μουσικούαν που έν εξανάκουσα. «Χαΐνηδες» λαλεί ο παρέας, τζιαι εκολλήσαν μου τζιαι τζιείνοι που τότες.

Μπαίννω μες το λεωφορείον. Αν εκάμετε Ελλάδαν, εννά ξέρετε τι εστί λεωφορείον του ΚΤΕΛ, εν τζιαμαί που πάει η ανθρώπινη αξιοπρέπεια για να φήκει την τελευταίαν της πνοήν. Νυχτερινόν λεωφορείον, ήταν να κάμει 4 ώρες τζιαι παραπάνω, «εννά τζιοιμηθώ» λαλώ, τζιαι έβαλα τα ακουστικά μου να με τζιοιμήσει η μουσική μου. Χμ. Μπαίννουμεν του δρόμου τζιαι εκούρτισεν ο γάρος ο οδηγός μιαν μουσικήν που αν ήταν σκυλλάδικον ήταν νάσιεν τζι έλεος, διαπασών. Γυρόν που τον οδηγόν εκάθουνταν κάτι κυράτσες τζιαι ούλλοι μαζίν εκάμναν παναΰριν, επιντώνναν τζιαι τα τσιάρα (ναι, εν στην Ευρώπην) τζιαι χαχχανίζαν. Επειδή εξαναπήα με τα ΚΤΕΛ, έξερα ότι εν είσιεν νόημαν να παραπονηθώ, έκατσαμεν πάνω.

Μάτιν ππυρίλλα ο δικός σας. Μετά που 2-3 ώρες εσταμάτησεν κάπου για να πιει ο κόσμος κανέναν καφέν τζιαι να πάει τουαλέτταν. Επαρατήρησα τους συνταξιθκιώτες μου. Μετανάστες, Ρωσσοπόντιοι, φτωχόκοσμος σε μόνιμην μετάβασην, έπιαν με η κατάθλιψη. Μπαίννουμεν πάλαι να ξεκινήσουμεν, το σκυλλάδικον ατού ο Γαβρίλης. Το τι ξιτιμασιές έσυρα (πουμέσα μου, να μεν φάμεν τζιαι ξύλον) δεν περιγράφεται.

Σιγά-σιγά εφτάσαμεν τζιαι στην Κομοτηνήν, μες τα σκοτεινά του πρωινού. Κατεβαίννω στο ΚΤΕΛ. Θωρώ ποτζιεί. Θωρώ ποδά. Ταξίν εν θωρώ. Φκαίννω λλίον πόξω να δω, τίποτε. «Εννά άρκησεν» λαλώ πουμέσα μου τζιαι καρτερώ λλιήν ώραν άμπα τζιαι φανεί. Άρκεψεν να με πιάννει η απελπισία. Όσοι με ξέρουν καλά, ξέρουν ίντα reisefieber με πιάννει. Μπαίννω μες τον σταθμόν, ήταν κάτι κοπέλλια στον καφενέν τζιαι επίνναν καφέν, ντουμάνιν τα τσιάρα (Ευρώπη είπαμεν). «Ξέρετε αν ήρτεν κανέναν ταξί που ήταν να πάει Τουρκίαν;» Εν εξέραν τίποτε. «Τα ταξί που παν κατά τζιει ίντα ώραν φεύκουν;» «Ε, πρέπει να εφύαν πιλέ» λαλεί μου ένας.

Άρκεψεν να ξημερώννει. Επιάν με οι θκιαόλοι. Τηλεφωνώ το νούμερον του Βαγγέλη, εν απαντά. Άρκεψα να γαμωσιηστοθκιαολίζουμαι δυνατά πιον. Φκαίννω πόξω που το ΚΤΕΛ, να πάω να εύρω τρένον. Θωρώ χαμαί, μια τσέντα των αφορολογήτων της Κύπρου, τζιαι μια σπασμένη πότσα Κουμανταρίας, τέλειος συμβολισμός.

Συνεχίζεται

Advertisements
This entry was posted in Ιστορίες, Ταξίθκια and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Μία απάντηση στο Οι περιπέτειες του κακομάζαλου ταξιδευτή

  1. Ο/Η ρίτσα λέει:

    kartero ti sinexia me agonia
    oi xainides oreoi

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s