Για τα μμάθκια της ηγουμένης (Μέρος 3ο)

17153184636_448d1ec43b_k

Συνέχεια που το 2ο μέρος

Οι θκυο παπάες εξεκινήσαν πρωίν-πρωίν να πάσιν στον Αρχάγγελον Μιχαήλ, να λουτουρκήσουν την εκκλησιάν τζιαι να δουν ίνταμπου γίνεται στο μοναστήριν, αν χρειάζεται να κάμουν τίποτε για τες καλόγριες τζιαι την ηγουμένην.

Επερπατήσαν που μες τα χωράφκια, τον χωματόδρομον των περβολιών με τες πορτοκκαλιές αθθισμένες τζιαι μουσκομυριστές. Ήταν μια πανέμορφη μέρα ανοιξιάτικη, λλίον κρυαδούα το πρωίν αλλά με ολόφρεσκον αέρα να νώθει το πλάσμαν να ξαναγεννιέται. «Ίντασαι συννεφκιασμένος Παπά-Γιωρκή; Μα δε ίντα ωραία μέρα! Ίνταμπου σε τρώει;» «Εεε, τίποτε Παπά-Γιαγκουλλή, είμαι λλίον ποσταμένος, εν εκαλοτζιοιμήθηκα εψές.» «Να ππέφτεις ομπρήττερα, τζιαι τους καφενέες να τους κόψεις.» «Ναι, ναι, εν καλά που λαλείς» απάντησεν ο Παπά-Γιωρκής, που εσυμφώνησεν παραπάνω γιατί έθελεν να σιωπήσει ο Παπά-Γιαγκουλλής που εν έθελεν τζιαι πολλά να αρκέψει κήρυγμαν πάλαι για τα πρέποντα τζιαι μη πρέποντα.

Σιγά-σιγά εφτάσαν στο μοναστήριν. Εσιαιρέτισεν τους η Ευφροσύνη, αγέρωχη τζιαι περήφανη. Ο Παπά-Γιωρκής ήταν όπως το σσυλλούιν μπροστά στον μάστρον του. Αλλά τζιαι ο Παπά-Γιαγκουλλής άρπαξεν το δειν της ηγουμένης τζιαι ταράχτηκεν τζιαι τζιείνος. Επεράσαν την μέραν τους τζιαμαί, εφάαν τζιαι ήπιαν στην παρέαν της τζιαι συζητήσαν τα περί της Μονής, αλλά οι κουβέντες τους ήταν για τη μόστραν. Ο Γιαγκουλλής, αν τζιαι εν ήταν ποττέ του τσαλαβούττης σαν τον Παπά-Γιωρκήν, εβρέθηκεν σε μια περίεργη κατάστασην. Άρεσεν του πολλά η παρέα της Ευφροσύνης, εξεχώρησεν την ευτύς που τες υπόλοιπες μοναχές που ήταν αγράμματες γεναίτζιες του χωρκού. Η Ευφροσύνη ήταν διαφορετική, τζιαι κάτι στον τρόπον της αναστάτωσεν τον Γιαγκουλλήν τζιαι εν έξερεν ίνταμπου να κάμει. Ο δε Παπά-Γιωρκής τζιαι τζιείνος εκατάλαβεν ότι του γυάλλισεν τζιαι του Γιαγκουλλή η ηγουμένη. Πρώτην φοράν τον εθώρεν έτσι γλυκομίλητον, να θέλει να εντυπωσιάσει με την μόρφωσην του τζιαι τζιείνος. Για τον Γιωρκήν ήταν σάννα τζιαι εχάλασεν η γλυτζιά του, σάννα τζιαι ήρτεν ο Γιαγκουλλής να του τα φέρει άνω-πουκάτω.

Στον δρόμον της επιστροφής ήταν τζιαι οι θκυο τους αμίλητοι αρχικά. Σιγά-σιγά ο Γιαγκουλλής επήεν ν’αννοίξει κουβένταν. «Παπά-Γιωρκή έσιεις πολλές δουλειές με το ποίμνιον του χωρκού έννεν; Ίνταλως τες προκάμνεις;» «Μεν έσιεις έννοιαν Παπά-Γιαγκουλλή τζιαι προκάμνω τες μια χαρά.» «Μα γάμους, κηδείες, βαφτίσια, γιορτές, μνημόσυνα; Μπράβο σου πάντως.» «Ευχαριστώ» απάντησεν ο Γιωρκής, που εθώρεν καθαρά που το επήαιννεν ο Γιαγκουλλής. Επαρπατήσαν ακόμα λλίον αμιλητοι.

«Εγώ λαλώ να με αφήκεις να αναλάβω τζιαι γω κάτι να σε βοηθήσω, εν γίνεται να σκοτώννεσαι ποτζιεί-ποδά έτσι.» «Μα λαλείς Γιαγκουλλή; Εν γεγονός ότι επολλύναν ούλλα τον τελευταίον τζιαιρόν. Θέλεις να αναλάβεις τες κηδείες;» «Εεε, ναι, καλώ, αναλαμβάννω τες αν θέλεις.»

Πάλαι σιωπή. «Μα τούτος ο δρόμος στον Αρχάγγελον εν σε κουράζει; Εν ωραία αλλά εν κάμποσον μακρυά εν η αλήθκεια. Τζιαι τρώεις ούλλη μέρα.» Ο Γιωρκής εφουτουνιάστην. «Άκου να σου πω Γιαγκουλλή. Καταλάβω πολλά καλά ίντα παιγνίν παίζεις. Έσιει ούλλη μέρα που γλυκομιλάς τζιαι μέναν τζιαι της Ευφροσύνης. Αρέσκει μου πολλά να πααίννω στον Αρχάγγελον τζιαι να με αφήκεις ήσυχον, ακούεις;» Ο Γιαγκουλλής εσταμάτησεν. Πρώτην φοράν ετόλμαν να του αντιπολοηθεί ο Γιωρκής τζιια εν το εκαρτέραν. «Μα εγώ εν τζιαι…επήεν να πει.» «Ναι, εν τζιαι!» αντίκοψεν τον ο Γιωρκής. Ήρτες να νικατωθείς μες τες δουλειές μου ρε κοπελλούιν, μα νομίζεις εγιω εν εχτές που γεννήθηκα;» «Εγω εν εσέναν που σκέφτουμαι Παπά-Γιωρκή, να μεν πολλοκουράζεσαι, εν τζιαι είσαι τζιαι κοπελλούιν πιον.» «Οξά εγυάλλισεν σου η Ευφροσύνη ρε; Εκατάλαβα σε εγιώ, μεν νομίζεις πως έσσε κατάλαβα!»

Ο Γιαγκουλλής εσσιώπησεν σαν το κοπελλούιν που του θύμωσεν ο δάσκαλος. Μετά που κανέναν τέταρτον επήεν να συντύσιει πάλαι. «Άκου να δεις Παπά-Γιωρκή, έτσι εννά το κάμουμεν. Εννά πηαίννω εγώ στον Αρχάγγελον, εν επιτρέπει η ηλικία σου τζιαι η δουλειά σου να πηαίννεις εσύ. Εννά πω τζιαι στον Μητροπολίτην ότι έτσι εκανονίσαμεν.» «Να σου πω εγιώ ίνταμπου ‘ννα κάμουμεν ρε Γιαγκουλλή.» επολοήθηκεν ο Γιωρκής. «Να πάμεν τζιαι οι θκυο να προσευχηθούμεν, εγιώ στην Αγιάν Μαρίναν τζιαι σου στον Άην Μόδεστον. Όποιου του δώκει σημάιν ο Πλάστης μου, τζιείνος να πάει στον Αρχάγγελον τζιαι τέλειωσεν. Ίνταμπου λαλείς;» Ο Παπά-Γιαγκουλλής έμεινεν άφωνος. Εν τον είσιειν τζιαι για τόσον πιστόν τζιαι ευλαβήν τον Γιωρκήν. Άραγεσσου τζιαι ‘κρινεν τον λάθος; «Τζιαι αν δεν πιάμεν σημάιν που τον Πλάστην μας ίνταμπου ‘ννα γινεί;» «Ε, αδδέν πιάμεν να πάεις εσού στον Αρχάγγελον, επιτρέπω σου.»

Ο Γιαγκουλλής εσκέφτηκεν το λλίον τζιαι είπεν: «Καλάν, εν δίκαιον έτσι. Ας αφήκουμεν τον Πλάστην μου να ‘ποφασίσει. Αύριον που το χάραμαν πάμεν ο καθένας στο εκλησούιν του να προσευχηθεί.»

Άμαν εφτάσαν στο έμπα του χωρκού οι δρόμοι τους εχωρίσαν.

Συνεχίζεται

Posted in Ιστορίες | Tagged | 4 σχόλια

Εκπαιδευμένος

EF2

[ως διάλειμμα που τες ιστορίες του Παπά-Γιωρκή]

Όπως πολλοί που σας θα θυμάστε, ζιω τζιαι δουλεύκω σε πανεπιστήμιον στην Αγγλία. Πολλές φορές χρησιμοποιώ το ότι είμαι Κυπραίος ως ‘πάτημαν’, ως δικαιολογία για να φέρω στην συζήτηση μιαν άλλην οπτική-αν τζιαι φυσικά μετά που σχεδόν 20 χρόνια δακάτω, φορώ ότι φορεσιά θέλω άμα λάχει. Κάποια που τα πράματα τα οποία έκαμα στα νιάτα μου (έφαα τζιαι τρώω ακόμα καραόλους, αμπελοπούλια κλπ), εννοείται ότι φαίνουνται πολλά παράξενα μες την Εγγλέζικη κουλτούρα. Έναν που τούτα εν το ότι έκαμα στρατόν. Παρόλο που πολλοί Εγγλέζοι, κυρίως της εργατικής τάξης, εκάμαν στρατόν (σε επαγγελματική βάση-όι θητεία), στους ακαδημαϊκούς κύκλους που κινούμαι, εννοείται ότι εν έκαμεν κανένας.

Το ότι ξέρω να χειρίζουμαι όπλα για παράδειγμα, πολλά παράξενον. Προχτές ερώτησε με ένας: «καλά, θέλεις να πεις ότι έμαθες τζιαι συ τούτες τες ικανότητες επιβίωσης όπως τον Bear Grylls τζιαι τον Ray Mears; Να βρίσκεις νερό τζιαμαί που εν έσιει, να κάμνεις φωθκιάν χωρίς σπίρτα, να χτίζεις καταφύγιο με τα κλωνιά;» Εγέλασα. Μάλλον εφύρτηκα.

Στον στρατό της Νήσου έμαθα φοβερές ικανότητες ανίχνευσης: έμαθα για παράδειγμα να ανιχνέυω το καλλύττερο σουβλατζίδικο της Σκάλας. Τον καλλύττερο γύρο, τη καλλύττερη ψησταρκά. Επίσης ανέπτυξα την πολλά εξελιγμένην ικανότητα να διαισθάνουμαι τον κίνδυνον: ήταν να έρτει έφοδος που το ΓΕΕΦ; Που τον λόχο; Ο αξιωματικός υπηρεσίας ήταν χαλαρός; Αυστηρός; Ετζιοιμάτουν νωρίς; Εβαώννετουν μες την καμαρούν του τζιαι θώρεν τηλεόρασην; Ήταν ποτζιείνους που επαραγγέλλαν φαΐν που το προαναφερθέν σουβλατζίδικο/γυράδικο μαζί μας; Οξά ήταν πελλομονιμάς, επαλλούκωννεν μας στες αναφορές τζιαι την ‘εκπαίδευση’ ως τα μεσάνυχτα για το χάζιν του;

Έμαθα επίσης ότι άμαν παίζεις χαρτιά τζιαι είσαι σκοπός, βάλλεις τη καρέκλα σου να θωρεί προς τον δρόμον που έρκεται στο φυλάκιον, για να δεις τα φώτα του λάντροβερ του λοχαγού. Κάποτε εσβήνναν τα τζιαι έτρωες την φυσικά.

Επίσης κάτι άλλο που με έμαθεν ο στρατός ήταν να είμαι εφευρετικός ως προς τες πολλαπλές χρήσεις των αντικειμένων γυρόν μας. Με 2 τούβλα τζιαι τη σχάρα του ψυγείου εκάμναμεν κάρβουνα τζιαι της σχάρας. Αν η σχάρα του ψυγείου ήταν καλυμμένη με πλαστικό, πρώτα εκρούζαμεν το πλαστικόν. Επίσης ανέπτυξα κτηνιατρικές ικανότητες: ετράβουν τα τσιβίτζια που τον σσιύλλον έναν-έναν τζιαι πάτουν τα πουκάτω που τον τάκκον της αρβύλας να σπουρτήσουν.

Το κυριόττερο πράμα που με έμαθεν ο στρατός ήταν να μισώ την ιεραρχία, την κάθε είδους κυριαρχία που τον αξιωματικόν στον στρατιώτη, που τον  μάστρον στον εργάτη.

Επίσης έμαθα να καρτερώ κάθε πρωίν να ρέξει μια ομορφούα μαθήτρια λυκείου που επήαιννεν στην Τεχνική Σχολή της Σκάλας. Θωρώ την ομπρός μου σάννα τζι’ήταν εχτές. Δυστυχώς εν έμαθα να μεν αντρέπουμαι, οπότε εν της εμίλησα ποττέ μου. Ούτε καν της εσφύρησα, ευτυχώς, γιατί εν γαουροσύνη.

Οπότε η απάντηση μάλλον εν «ναι, έμαθα ικανότητες επιβίωσης».

Posted in Ιστορίες | Tagged , , | 5 σχόλια

Για τα μμάθκια της ηγουμένης (Μέρος 2ο)

Συνέχεια που το 1ο μέρος

Στο χωρκόν τζιείντους τζιαιρούς είσιεν τζιαι έναν μοναστήριν με καλόγριες, τον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Ήταν καμιά δεκαπενταρκά γυναίτζιες, είχαν έναν περβολούιν τζιαι κανέναν-θκυο μελίσσια τζιαι ποσκολιούνταν. Κάθε χρόνον στην γιορτήν του αγίου εγινήσκετουν τζιαι έναν παναϋρούιν γυρόν του μοναστηρκού.

Κανέναν-θκυο χρόνια πριν, ήρτεν μια νέα ηγουμένη στο μοναστήριν, η Ευφροσύνη. Η Ευφροσύνη ήρτεν που έναν άλλον μοναστήριν της περιοχής που έκλεισεν, τζιαι με το που επέθανεν η παλιά η ηγουμένη ήρτεν η σειρά της για το αξίωμαν, αφού ήταν τζιαι σχετικά μορφωμένη τζιαι πολλά ικανή γυναίκα. Παρόλο που εν ήταν νέα, είσιεν περάσει τους πενήντα, ήταν γυναίκα με χάρην τζιαι παράστημαν. Ψηλή, περήφανη, με κάτι μμάθκια γαλανά που σε καρφώνναν τζιαι διαπερνούσαν σε όπως την σμύλαν. Με την παρουσίαν της το μοναστήριν άνθισεν, γιατί η ικανότητα της τζιαι η δραστηριότητα της εφέραν κόσμον, λεφτά τζιαι 1-2 νέες καλόγριες να αυξηθεί ο πληθυσμός.

Άμαν επέθανεν ο Παπά-Ματθαίος, εχρειάστηκεν να πάει ο Παπά-Γιωρκής να κάμνει την λειτουργίαν στο μοναστήριν. Ήταν δύσκολον γιατί ήταν έξω που το χωρκόν, τζιαι τον Παπά-Γιωρκήν εν τον επολλ0-ένοιαζεν να βουρά να κάμνει λειτουργίες μες τα κάκκαφα. Ποττέ του εν εκατάλαβεν γιατί ο Παπά-Ματθαίος επήαιννεν τζιεικάτω τόσον ταχτικά, 2-3 φορές την εφτομάν κάποτε. Την πρώτην φοράν που εσηκώστηκεν να πάει ο Παπά-Γιωρκής, ήταν με πολλά βαρετήν διάθεσην. «Που να βουρούμεν τωρά; Πρέπει να κάμει κάτι η Μητρόπολη για τούντο πράμαν. Εν τζιαι γίνεται να βουρώ εγώ όποτε θθυμηθούν οι κοτζιακαρούες να θέλουν παπάν».

Άμαν εγνώρισεν την Ευφροσύνην όμως άλλαξεν ιδέαν. Ήταν αυστηρή γεναίκα τζιαι εν του έδωκεν καθόλου θάρρος, αλλά τούτον σάμπου περίτου τον επίκκαρεν τζιαι κέντρισεν του την περιέργειαν. Κάτι είσιεν η παρουσία της που το ενθουσίαζεν τζιαι ‘καμνεν τον να νιώθει σαν το κοπελλούιν. Που τότε εσταμάτησεν να παραπονιέται. Λλίον η γοητεία της Ευφροσύνης, λλίον οι πιττούες τζιαι τα γλυκά που του τζιερνούσαν οι καλόγριες, ο Παπά-Γιωρκής ελίμπησεν σαν το αμπελοπούλλουιν. «Κάτι έξερεν ο μακαρίτης που έρκαιτουν τόσον δρόμον».

Παρόλο που επήαιννεν τόσο συχνά, ποττέ του δεν ετόλμησεν να πει τίποτε της Ευφροσύνης. Εχτός που σύντομες τζιαι κοφτές κουβέντες, έτσι για την ευγένειαν, σάννα τζιαι είσιεν γυρόν της έναν τείχος που ήταν αδύνατον να διαπεραστεί. ‘Οι πως επέμενεν δηλαδή ο Παπά-Γιωρκής. Αρκούσεν του να την θωρεί, να εν στην παρουσίαν της, τζι ασσέν δίχως κουβεντούες τζιαι γλυκόλοα. Η Ευφροσύνη που την πλευράν της έξερεν πολλά καλά το παιχνίδιν που έπαιζεν ο Παπά-Γιωρκής, τζιαι πολλοί που τους παπάες που είσιεν γνωρίσει στο παρελθόν. Έξερεν ότι το σωστόν ήταν να τους κρατά μακρυά άμπα τζιαι γινεί κανένας χαττάς. Έξερεν μοναχές που τους εφκήκεν αβανιά τζιαι τζιείνον ήταν-η κοινωνία απομόνωσεν τες, η ζωή τους εκαταστράφηκεν. Εν εγίνετουν να διά θάρρος του κάθε Παπά-Γιωρκή.

Με το που ήρτεν ο Παπά-Γιαγκουλλής ευτύς εκατάλαβεν τι εγίνετουν. Ο κατά τα άλλα οκνηρός Παπά-Γιωρκής επήαιννεν στο μοναστήριν του Αρχαγγέλου πολλά συχνά. Κάτι έτρεχεν σίουρα. Αλλά ήταν τζιαι πολλά έξυπνος, τζιαι εν έθελεν να φανερώσει τες σκέψεις του. Μιαν ημέραν έσυρεν το του Παπά-Γιωρκή έτσι στην κουβένταν. «Λαλώ να έρτω μιτά σου στον Αρχάγγελον ποννά ξαναπάεις. Θέλω να πάω έτσι για τον περίπατον, τζιαι να προσκυνήσω την εικόναν του Αγίου». Ο Παπά-Γιωρκής εταράχτηκεν. Ήταν καλή η κατάσταση που είσιεν στον Αρχάγγελον, τζιαι εν έθελεν τον Γιαγκουλλήν να νικατωθεί τζιαι να του την χαλάσει. Αλλά τζιαι που την άλλην, αν αντιδρούσεν σίουρα ήταν να υποψιαστεί ο Γιαγκουλλής. Μάλλον η πρόθεση του ήταν αγνή, έτσι τζι αλλιώς, οπότε εσυμφώνησεν.

Γύρις ημέρα εξεκινήσαν να πάσιν που το πρωίν.

Συνεχίζεται

 

 

 

Posted in Ιστορίες | 3 σχόλια

Για τα μμάθκια της ηγουμένης (Μέρος 1ο)

The village priest attending the bonfire lighting, Easter Saturday

Ο Παπά-Γιαγκουλλής εκατέβηκεν που την μούλαν του μπροστά στους καφενέες του χωρκού. Το ράσον του ήταν μαζεμένον γυρόν που τα παντελόνια του τζιαι χρειάστηκεν να το ποτυλίξει. Εδίκλησεν αριστερά τζιαι θκιέβασεν την ταπέλλαν «Μορφωτικός Σύλλογος Ελπίδα». Εδίκλησεν δεξιά τζιαι θκίεβασεν «Ελληνορθόδοξον Σωματείον Σωκράτης». Μπροστά τζιαι που τους θκυό καφενέες οι τακτικοί εσταματήσαν τες κουβέντες. Οι τταβλαδόροι εκάμαν κράτει με τα ζάρκα στο σιέριν. Οι καπνιστές εβαστάξαν τον καπνόν μες τα πνευμόνια τους. Ως τζιαι οι ζίζζιροι εσταματήσαν να κατσιαρίζουν προς στιγμήν, σάννα τζιαι ‘τρωεν τους τζιαι τζιείνους η περιέργεια.

Ο Παπά-Γιαγκουλλής έκαμεν πως εγύρεφκεν κάτι μες την παλάσκαν του για να σκεφτεί. Εγύρισεν σιγά-σιγά τζιαι ίσιωσεν προς το χτίριον του Σωκράτη, «νάμαστεν πάντα μέσα» εσκέφτηκεν. Οι περίεργοι ποτζιεί τζιαι ποδά εσυνεχίσαν να τον ακολουθούν με τα μμάθκια τους καρφωμένα πάνω του, αλλά σιγά-σιγά οι κουβέντες εξαναρκέψαν. Τα ζάρκα εφατσιήσαν πας το ττάβλιν. Οι ζίζζιροι πάλαι εγεμώσαν το μεσομέριν τ’Αούστου με την κακόφωνην ασυμφωνίαν τους.

Ο Παπά-Γιαγκουλλής έκατσεν σε μιαν καρέκλαν, έφκαλεν το καλλυμαύκιν του τζιαι σκούπισεν το δρώμαν που το μέτωπον του με το μανίτζιην του. «Γυρεύκω τον Παπά-Γιωρκην, ξέρετε που να τον εύρω;» Ο καφετζιής του Σωκράτη, ο Αλέκκος, ήρτεν ευτύς κοντά του σάννα τζιαι κατάλαβεν ότι ο επισκέπτης ήταν σημαντικός. «Εεε, τα σπίθκια του εν δίπλα που την εκκλησιάν τ’Άη Γιωρκού, πάτερ…., εεεε, πάτερ….ίνταμπου σας λαλούν αν επιτρέπετε;» «Ευκαριστώ σε καφετζιή. Έναν ποτήριν νερόν αν έχεις θάχεις τες ευτζιές μου». Ο Αλέκκος, εχτός που ευγενικότατος ήταν τζιαι πολλά πιστός, τζιαι οι ευτζιές του παπά ήταν πάντα καλοδεχούμενες. «Εεε, ίνταμπου τον θέλετε τον Παπά-Γιωρκήν, να του φωνάξουμεν; Μιχαλάκη! Ρε Μιχαλάκη, έλα δα! Να πα να φωνάξεις του Παπά-Γιωρκή τωρά, βούρα ακούεις;» «Έννεν ανάγκη, εννά πάω να τον εύρω μόνος μου» αντίκοψεν τον ο Παπά-Γιαγκουλλής. Ήπιεν το νερόν του τζιαι φκήκεν που τον καφενέν. Εκαλλίτζιεψεν την μούλαν με μιαν σβελτάδαν που εξίππασεν τους καφενο-τταβλαδόρους.

«Περίεργα πράματα. Ποιός εν τούτος πάλαι;» εσκέφτην ο Αλέκκος, τζιαι ούλλοι οι άλλοι μιτά του. «Αλέκκο, έναν μαχαλλεπίν στα γλήορα!» «Έφτασεν!»

«Παπά-Γιωρκή! Παπά-Γιωρκή είσαι έσσω;» Ο Παπά-Γιωρκή ετζιοιμάτουν πουκάς τον ηλιακόν τζιαι συντρομάχτηκεν με την φωνήν του Παπά-Γιαγκουλλή. Εφόρεν παντελόνιν τζιαι μιαν φανελλούαν. Άρπαξεν το ράσον που την καρέκλαν δίπλα του τζιαι πήεν προς την πόρταν. «Έρκουμαι! Ποιός ένι;»

Ο Παπά-Γιαγκουλλής ήταν ο νέος παπάς του χωρκού. Δηλαδή ο νέος δεύτερος παπάς του χωρκού. Ο Παπά-Ματθαίος ο μακαρίτης είσιεν πεθάνει σχεδόν πριν έναν χρόνον, τζιαι καρτερούσαν την Μητρόπολην να στείλει νέον. Στο μεταξύν ο Παπά-Γιωρκής ελειτούρκαν ούλλες τες εκκλησιές μόνος του, βαφτίσια, κηδείες, γάμους τζιαι μνημόσυνα. Η επιτροπή εδίαν του θκυο-τρεις μπακκίρες παραπάνω για τον κόπον του. Οι χωρκανοί σιγά-σιγά εσυχχωρήσαν του το παραστράτημαν του με την προσφυγοπούλλαν, αφού τα χρόνια επεράσαν-αν τζιαι μέσα-μέσα η κουβέντα εγίνετουν στα τραπέζια του καφενέ, έτσι για το χάζιν.

Ο Παπά-Γιαγκουλλής ήταν το αντίθετον του Παπά-Γιωρκή. Έκαμεν σε μοναστήριν τζιαι ήταν πιο σπουδασμένος, Ο Παπά-Γιωρκής ήταν άνθρωπος του χωρκού, κάποτε αρκάτης στα χωράφκια, κάποτε περβολάρης, κατά βάθος ακόμα κοπελλούιν της στράτας άντζιαι εκόντεφκεν τα εξήντα. Ώσπου ήταν πιο νέος έπαιζεν τζιαι μάππαν κάποτε με τα κοπελλούθκια, παρόλο που του θυμώσαν τζιαι που την Μητρόπολην πως εν ήταν «καθώς πρέπει συμπεριφορά που αρμόζει σε ιερέαν». Παρόλον που ήταν τζιαι καλός παίχτης τζιαι έθελεν τον η Ελπίδα να παίξει για λλόου τους, εν ετόλμησεν γιατί τον απείλησεν ο Μητροπολίτης να του φκάλει τα γένια του τρίχαν-τρίχαν αν ετόλμαν. Αλλά επήαιννεν τζιαι στον καφενέν, τζιαι στα βερκά τζιαι στο ψάριν άμαν ελάχαινεν. Ήταν χωρκάτης με ράσον, τούτη ήταν η μόνη διαφορά. Ο Παπά-Γιαγκουλλής ήταν αυστηρός. Εθύμωννεν τζιαι του Παπά-Γιωρκή, τζι ας ήταν τζιαι 30 χρόνια πιο μιτσής του. Όι το τσιάρον εν αμαρτία, όι ότι εν πρέπει να πηαίννει στον καφενέν τζιαι να πολλο-συναναστρέφεται με το ποίμνιον του, γιατί πρέπει να διά το καλόν παράδειγμαν. Τζιαι έσυρεν του τζιαι μιαν σπόνταν για την προσφυγοπούλλαν, έτσι για να μεν ξιάννεται. Όποτε εδιαφωνούσαν ο Παπά-Γιαγκουλλής πάντα είσιεν το πάνω σιέριν γιατί ήταν θκιαβασμένος. Ο Παπά-Γιωρκής έμαθεν ναν παπάς που τον μακαρίτην τον τζιύρην του, έξεραν τα ευχέλαια τζιαι τα τρισάγια που μνήμην αλλά ως τζιαμαί. Ο Γιαγκουλλής ήταν θεολόγος. Εθεώρεν τον Παπά-Γιωρκήν κατώττερον του, τζιαι έδειχνεν του το τζιόλας.

Συνεχίζεται

Posted in Ιστορίες | Tagged | 5 σχόλια

Προσφυγοπούλλα μέρος B’

Barley sheaf

[Μέρος Α’]

«Ορτοδοξού, κάτσε να σου πω θκυο κουβέντες.» Ο τόνος της ανηψιάς της της Φουρεγκούς ήταν σοβαρός. Ευτύς ένωσεν έναν κόμπον μες το στομάσιην. Κάποιος εννά χτύπησεν, κάποιος επέθανεν ή ήτουν σοβαρά άρρωστος. Εσκούπισεν τα σιέρκα της πας την ποθκιάν τζιαι έκατσεν πας την καρέκλαν. Τα μμάθκια της καρφωμένα πας το πρόσωπον της Φουρεγκούς, να το θκιεβάσει, να καταλάβει μιαν ώραν ωμπρύττερα ίνταμπου εγίνετουν.

«Εεε, ξέρεις, Ορτοδοξού, οι χωρκανοί μιλούν. Έσιει τζιαιρόν που πάει η κουβέντα, αλλά εφοούμουν νάρτω να σου τα πω, αντρέπουμουν τζιόλας. Εν ιξέρω ίνταλως ν’αρκέψω.»

Ο Παπά-Γιωρκής ετέλλειωσεν με τον εσπερινόν στην εκκλησιάν της Παναγίας. Γύρις ημέρα ήταν γιορτή τζιαι έπρεπεν να λάμπει η εκκλησιά. «Αντρίκκο, άμαν ποσπαστεί η θκειά η Κατελού με τα καθαρίσματα κλειώννεις εντάξει;» Ο Αντρίκκος, καντηλανάφτης τζιαι πάντα παρών στην εκκλησιάν εν εδίκλησεν να τον δει. Έσουσεν την τζιεφαλήν του τζιαι συνέχισεν να συσταρίζει τα τζιερκά στο παγκάριν.

Ο Παπά-Γιωρκής έφκην έξω τζιαι τράβησεν μιαν βαθκιάν ανάσαν να γεμώσουν τα πνευμόνια του καθαρόν αέραν τζιαι μυρωθκιάν του γιασεμιού. Εξεκίνησεν να στραφεί έσσω του αλλά τα πόθκια του επήραν τον αλλού. Επέρασεν που τα σοκκάτζια του χωρκού, είπεν καλησπέρα σε 1-2 χωρκανούς τζιαι έκλωσεν το καντούνιν τους πρόσφυγες. Εκοντοστάθην. Έκαμεν να στραφεί αλλά εν εμπόρεσεν. Τα μμάθκια, τα σιείλη της προσφυγοπούλλας ετραβούσαν τον σαν το μέλιν. Που τότε που ήρτεν που την Μικρασίαν με τους άλλους πρόσφυγες ο κόσμος του εγίνην άνω-πουκάτω. Το σιέριν του επήεν, σχεδόν άθελα του, τζιαι κούμπησεν πας το παράθυρον ενός σπιθκιου-που ο θεός να το κάμει σπίτιν-ήταν χαλαμάντουρον. Εχτύπησεν όσον πιο απαλά εγίνετουν τζιαι ψυθίρισεν, το μμάτιν το καρφωμένον πας το στρατίν άμπα τζιαι φανεί κανένας. «Σταυρινή. Κόρη Σταυρινή. Είσαι μέσα;» Μετά που κανέναν λεπτόν η πόρτα εμισοάννοιξεν τζιαι μια μορφή μες τα σκοτεινά εφάνηκεν να τον καρτερά. «Σου είπα να μην ξανάρθεις. Θα μας πάρουνε χαμπάρι στο χωριό. Να φύγεις. Να φύγεις τώρα, ακούς;» Άλλα ελάλεν η φωνή της τζιαι άλλα η μορφή της. Ο Παπά-Γιωρκής έκλεισεν την πόρταν τζι’αγκάλιασεν την. «Να φύω; Θέλεις να φύω. Καλάν κόρη, φεύκω.» Τζι αγκάλιασεν την πιο σφιχτά τζιαι φίλησεν την. Η Σταυρινή έκαμεν να τον κουντήσει αλλά ετράβησεν τον πιο κοντά. Το τζιερίν έσβησεν.

Το χωρκόν εβούησεν. Εμαθέυτην πως ο Παπά-Γιωρκής ενικατώννετουν με μιαν προσφυγοπούλλαν. Μεγάλη αντροπή που τον παπάν του χωρκού, εγίνηκεν ρεζίλιν. Αναγκαστικά ο Παπά-Γιωρκής εσυνάχτηκεν λλίον, εν τον έπαιρνεν να συνεχίσει όπως πριν. Αντρέπετουν που τους χωρκανούς αλλά εσυνέχιζεν σάννα τζιαι εν έξερεν κανένας τίποτε, μια συλλογική, άγραφη συμφωνία να μεν το συναφέρουν, να κρύψουν να περάσουν ούλλοι. Εν τους έπαιρνεν να του πουν τζιαι τίποτε τζιόλας, ήταν παλλικάριν τζιαι μέσα-μέσα έδερνεν τζιόλας τζιαι φοούνταν τον.

Οι πρόσφυγες, ήταν που ήταν ξένοι σε ξένον τόπον, υποφέραν τζιαι τζιείνοι πολλά. Την Σταυρινήν ειδικά εν εδίκλαν κανένας να την δει, να της συντύσιει, σάννα τζιαι ήταν το φταίξιμον ούλλον δικόν της. Οι άντρες στον καφενέν πουτάναν την ανεβάζαν τζιαι πουτάναν την εκατεβάζαν. Η αηδία τους τζιαι απόρριψη τους όμως ήταν ανάμειχτη με αζούλαν, με περιέργειαν. Η ομορκιά της εγίνηκεν μύθος στην φαντασίαν των αντρών, κατάρα τζιαι απειλή στον νούν τον γεναικών. Φαντασία τζιαι πραγματικότητα εγινήκαν έναν, η Σταυρινή μια νέα Ρήγαινα τζιαι Αφροδίτη, θεά τζιαι δαίμονας μαζί. Ένας-θκυο νεαροί επηαίνναν νύχταν τζιαι πειράζαν την που το στρατίν, εφωνάζαν της τζιαι γελούσαν, ελπίζοντες ότι εννά φκει να τους θυμώσει για να την δουν που κοντά. Η Σταυρινή εμείνισκεν κλειωμένη τζιαι τζιείνη έσσω όσον εμπόρεν.

Ο νους του Παπά-Γιωρκή όμως εκόλλησεν, η Σταυρινή εγίνηκεν του εμμονή, εν έμπορεν να την ξιάσει. Κάποτε εξίαννεν τζιαι έπιαννεν την στράταν να πάει κοντά της αλλά εμετάνωννεν τζιαι στρέφετουν να πάει έσσω στην Ορτοδοξούν του. Η Ορτοδοξού που την αντροπήν της τζιαι τζιείνη εν επολλόφκαιννεν στο χωρκόν εχτος που την εκκλησιάν που εν εμπόρεν να ποφύει. Η καρκιά της έκρουσεν τζιαι γίνηκεν μαύρη. Που την μιαν ο θυμός της με τον Γιωρκήν, με την προσφυγοπούλλαν. Τέσσερεις γιους που τούδωκεν, ούλλη μέρα έσαζεν τον τζιαι τα κοπελλούθκια σαν την σκλάβαν τζιαι τούτη ήταν η πκιερωμή της. Που την άλλην η ενοχή, ο φόος ότι έφταιεν τζιείνη η ίδια που ο άντρας της εγύρεψεν αλλού τζιαι όι που λλόου της, ότι εν ήταν αρκετή για τον άντραν της. Ότι εχάθην η ομορκιά της τζιαι τζιείνης τζιαι εν του έκαμνεν πιον.

Τζιαι μιαν ημέραν ετελειώσαν ούλλα ξαφνικά, όπως αρκέψαν. Πολλοί πρόσφυγες εσηκωστήκαν τζιαι φύαν που το χωρκόν να παν στην πόλην να κάτσουν που είσιεν δουλειές, μιτά τους τζιαι η Σταυρινή. Ο Παπά-Γιωρκής όσον τζιαι κατάφερεν να την δει μιαν αμμαθκιάν να φεύκει με τα πράματα της φορτωμένα πας την μούλαν της, να πάει να βρει μιαν νέαν ζωήν αλλού τζιαι τζιείνη.

Ο Παπά-Γιωρκής εστράφην έσσω στην Ορτοδοξούν. Ηύρεν την να μαειρεύκει όπως πάντα. «Εννά κάμεις κανέναν καφέν παπαθκιά; ‘Ατε, έλα να μου κάμεις τζιαι λλίην παρέαν τζιαι πεθύμησα σε. Σάννα τζιαι έσιει τζιαιρόν να τα πούμεν.» Η φωνή του γλυτζιά, γεμάτη αγάπην. Η Ορτοδοξού άννοιξεν την αρμαρόλλαν τζιαι φκαλεν τον τζιησβέν τζιαι θκυο φεντζιάνια.

Βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα

Posted in Ιστορίες | 3 σχόλια

Προσφυγοπούλλα μέρος Α’

"Cyprus 19th cent costumes" by Pascal Sebah - http://www.wdl.org/en/item/337. Licensed under Public Domain via Wikimedia Commons - http://bit.ly/1CEUhG1

«Cyprus 19th cent costumes» by Pascal Sebah – http://www.wdl.org/en/item/337. Licensed under Public Domain via Wikimedia Commons – http://bit.ly/1CEUhG1

Ο Παπά Γιωρκής εμπήκεν φουρτζισμένος μες την αυλήν του σπιθκιού του. Ετράβησεν μιαν καρέκλαν τζι έκατσεν. Έβαλεν το ηλιοκαμένον σιέριν του βαθκιά μες την τζιέπην του τζι έφκαλεν έναν πακκέττον τσιάρα τζιαι μιαν σπιριθκιάν τζιαι έαψεν έναν. Ετράβησεν μιαν ρουφκιάν σάννα τζιαι ήταν να πνίξει τα φαρμάτζια τζιαι τους καημούς. Το μμάτιν του εθώρεν πέρα, την Μεσαρκάν που εποτυλίετουν, ολοτζίτρινη πριν το θέρος. ‘Εσυρεν το ποτσίαρον χαμαί τζιαι πάτησεν το να σβήσει.

«Ορθοδοξία! Ορθοδοξία! Πού εισαι; Εννά κάμεις κανέναν καφέν οξά εννά μας αφήκεις έτσι σήμμερα;» Η παπαθκιά επολοήθηκεν που την κουζίναν «έρκεται Γιωρκή μου». Η φωνή της όμως εν είσιεν αγάπην μέσα της. Έβαλεν τον καφέν μες τον τζισβέν τζιαι πας την φωθκιάν, σαν εμάσιετουν να συγκρατηθεί να μεν κλάψει. Έτριψεν τα μμάθκια της με το δεξίν της, το ζαβρόν να βαστά τον τζισβέν. Ήρτεν σιγά-σιγά πόξω, τζιαι ξαπόλησεν τον δίσκον με τον καφέν τζιαι το νερόν πας το τραπεζούιν δίπλα που τον Παπά Γιωρκήν. Εξεκίνησεν να πάει πίσω στο μαείρεμαν της, αλλά ο Γιωρκής έπιαεν την που το σιέριν. «Εν κάθεσαι λλίον μιτά μου παπαθκιά; Έσιει τζιαιρόν να μου κάμεις παρέαν.» Η Ορθοδοξού ένωσεν τον θυμόν να την πνίει. Έθελεν να του πει πολλά. Να του πει πως ως τωρά εν έθελεν την παρέαν της. Να του πει ότι αντρέπετουν που τους χωρκανούς. Ότι την έκαμεν ρεζίλιν, αλλά επειδή ήταν παπαθκιά ούτε να μεν πάει στην εκλησιάν εν εμπόρεν. Έθελεν. Έθελεν να τα πεί αλλά εσσιώπησεν. Επήεν να πει «μα έχω το μαείρεμαν» αλλά εν το είπεν ούτε τζιείνον.

Έκατσεν δίπλα του. Ο Παπά Γιωρκής εν εδίκλησεν να την δει. Τα μμάθκια του ήταν προς την Μεσαρκάν ακόμα, αλλά ο νους του ήταν αλλού. «Πέμου Ορθοδοξία, ίνταμπου καμες σήμμερα; Έσφαξες τον πετεινόν οξά εδάκκασεν σε πάλαι;» Επήεν ν’αστειευτεί αλλά εν του έφκαιννεν, ήταν πολλά αδέξιος ο τρόπος του, εν ήταν ειλικρινής. Η Ορθοδοξού εν έξερεν τι να του πει. «Εεε, έσφαξα τον, βράζω τον τωρά…»

Ο Παπά Γιωρκής εν την άκουσεν καν. Το μμάτιν του ακόμα στην Μεσαρκάν. Με το σιέριν του έκνιθεν το γένιν του που άρκεψεν να πετάσσει σιγά-σιγά κάτι άσπρες τρίσιες. Με το άλλον του το σιέριν εσήκωσεν το ποτήριν τζιαι έσταξεν λλίον νερόν μες τον καφέν. Οι κινήσεις του αργές, προσεκτικές. Εσήκωσεν το φεντζιάνιν τζιαι ρούφησεν λλίον καφέν. «Εν μερακλίδικος ο καφές σου, όπως πάντα.» Εν του απάντησεν. Εν έξερεν τι να του πει. Είσιεν κάτι μήνες που το μόνον που άκουσεν που λλόου του ήταν φωνές, θυμοί, ξιτιμασιές. Σάννα τζιαι ξαφνικά εν ήταν η γεναίκα του πιον, αλλά ένας πελάς που του φορτώσαν με το ζόριν. Κακόθυμος εξύπναν, κακόθυμος έππεφτεν. Τζιαι ούλλη μέρα έλειπεν, ποτζιεί-ποδά, για στο περβόλιν, για στον καφενέν, για στην εκλησιάν. Καμιάν-θκυο φορές ήρτεν έσσω μεσάνυχτα, τα γένια του να μυρίζουν κονιάκκιν. Επήεν να τον ρωτήσει μιαν-θκυο φορές, αλλά αγρίεψεν της τζιαι είπεν της να μεν νικατώννεται μες τες δουλειές των αδρώπων. Εν είσιεν κανέναν να τα πει να ξαλαβρώσει. Η αρφή της ήταν λλίον περήφανη τζιαι αζούλα. Ο αρφός της ήταν να της πει τζιαι τζείνος να κάμνει ότι της λαλεί ο άντρας της τζιαι να μεν μουρμουρά. Η φίλη της η Ζυμπουλλού ήταν λλίον κουτσομπόλα τζιαι εν της είσιεν εμπιστοσύνην. Ήταν μανισιή της με τον πόνον της, μες την άγνοιαν της.

Τζιαι μιαν ημέραν ο κόσμος της ούλλος εχάθηκεν πουκας τα πόθκια της.

Μέρος Β’

Posted in Ιστορίες | 1 σχόλιο

Επιστροφή: θκιαβάζουμεν για μαθησιακούς στόχους

whatsuccesslookslike

Είμαι σίουρος ότι εξαναέγραψα ποστ με τον τίτλον επιστροφή, την προηγούμενην φοράν που εχάθηκα. Τέλος πάντων. Είπα να σας πω ίνταμπου κάμνω τούτες τες μέρες. Γενικά θκιαβάζω πολλά, λογοτεχνίαν αλλά τζιαι πολλά πας την ανώτατην εκπαίδευσην.

Να αρκέψω που το ακαδημαϊκόν. Άρκεψα τζιαι ασχολούμαι πολλά με την κριτική παιδαγωγική, που βλέπει την εκπαίδευσην ως μέσον απελευθέρωσης του ανθρώπου που τες διάφορες ηγεμονίες/κυριαρχίες (θρησκεία, πολιτεία κλπ). Επίσης ασχολούμαι πολλά με την ιδέαν της ‘μέτρησης’, της αξιολόγησης της εκπαίδευσης, πάλαι συγκεκριμένα με την ανώτατην, αλλά όι αποκλειστικά, αφού κάποιοι που τους θεωρητικούς μιλούν για την ολότηταν της εκπαίδευσης, όπως πχ ο Elliot Eisner τζιαι ο Gert Biesta.

Στην Αγγλίαν-όπως τζιαι στην Αμερικήν-τούτη η ιδέα του ότι η μάθηση μπορεί να μετρηθεί έννεν καθόλου νέα-υπάρχει που την αρχήν του 20ου αι. με το επιστημονικό κίνημαν (scientific movement) που εξεκίνησεν που την βιομηχανίαν τζιαι είσιεν σκοπόν να κάμει τες βιομηχανικές μονάδες πιο παραγωγικές, μετρώντας το κάθε τι με ακρίβεια. Σε κάποιο βαθμόν παίζει τζιαι λλίος Μαξ Βέμπερ δαμαί, με τες ιδέες του περί γραφειοκρατίας τζιαι ορθολογισμού, που έχουν άμεσην σχέσην τζιαι εφαρμογήν με την εκπαίδευση.

Κεντρικόν στοιχείον τούτης της ιδέας της ‘μέτρησης’ εν η ιδέα του ότι το σύστημαν τζιαι ο δάσκαλος πρέπει να οργανώνουν την διάλεξην, μάθημα, πρόγραμμα κλπ με βάσην συγκεκριμένους τζιαι μετρήσιμους μαθησιακούς στόχους (learning outcomes). Η ιδέα του ότι μπορύμεν να προβλέψουμεν με ακρίβειαν τι θα μπορει να κάμει ο μαθητής/φοιτητής στο τέλος του μαθήματος, τζιαι να μπορέσουμεν να το αξιολογήσουμεν με κάποιου είδους εξέτασην, εν επίσης ριζωμένη στο επιστημονικό κίνημα (αρχικά). Εν αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με τον συμπεριφορισμό, μια θεωρία της εκπαίδευσης η οποία ακόμα εν βαθκιά ριζωμένη στην κοινωνία, παρόλες τες αντιδράσεις τζιαι μετέπειτα κριτικές, ειδικά που τους θεωρητικούς του οικοδομισμου, με πρωτεργάτην τον Piaget. Οι κριτικοί επιμένουν ότι οι μαθησιακοί στόχοι περιορίζουν την μάθησην, ειδικά τζιαμαί που υπάρχει δυνατότητα για τον μαθητή να υπερβεί τους στόχους τζιαι να πάει αλλού με την σκέψη τζιαι τη δουλειά του. Ειδικά επειδή η μάθηση εν αυστηρά προσωπική διαδικασία, το να προβλέψουμεν με ακρίβεια (τζιαι μετρήσιμην ακρίβεια παρακαλώ) τι θα μάθει ο μαθητής εν τουλάχιστον αδύνατον, αφού αγνοούμεν τον παράγονταν μαθητής.

Η ιδέα της μέτρησης/αξιολόγησης στην Αγγλία εξαναήρτεν στο προσκήνιο με την Θάτσερ, τζιαι την ιδέα του accountability-το οποίον (ω ειρωνία) έν έσιει ακριβή μετάφραση στα ελληνικά, αλλά γενικά σημαίνει υπευθυνότητα σε επίπεδον ιδρύματος/κράτους κλπ. Δηλαδή κάτι το οποίον εν απτό, μετρήσιμο, τζιαι μπορεί να χρησιμοποιηθεί που το κράτος/κοινωνία ως μέσον ελέγχου. Για παράδειγμαν, ούλλα τα πτυχία μας στην Αγγλίαν πρέπει να έχουν γενικούς μαθησιακούς στόχους που ‘συμφωνούν’ με το κεντρικόν σώμαν που ελέγχει την ποιότηταν της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα μαθήματα επίσης το ίδιον. Τούτον ήρτεν που την ιδέαν του ότι η τριτοβάθμια εκπαίδευση ως μέρος του κρατικού τομέα έπρεπεν να ελεγχθεί που το κράτος άμεσα (ειδικά για σκοπούς χρηματοδότησης).

Κάποιοι κριτικοί εσυσχετίσαν την ιδέαν των μαθησιακών στόχων με την ιδέαν ότι η τριτοβάθμια εκπαίδευση εν κοινωνικόν αγαθόν προς κατανάλωσην, τζιαι οι στόχοι τούτοι απλά λειτουργούν ως ετικέτες σε τούτον το σύστημαν (βλ. Brancaleone/Baudrillard). Επίσης ρόλο παίζει τζιαι η ιδέα της συνεχούς δικαιολόγησης της χρηματοδότησης με βάση μετρήσιμα αποτελέσματα, ούτως ώστε η κοινωνία να ξέρει ότι ορθώς εξοδευτήκαν τα κονδύλια για το Α ή Β. Σάμπως τζιαι το όφελος της εκπαίδευσης μπορεί να μετρηθεί επί τόπου, σε αυστηρά καθορισμένους κύκλους… Σίουρα ο φιλελευθερισμός τζιαι η αυξανόμενη εμπορικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης φέρνουν μαζί τους τζιαι στοιχεία που τον κόσμο της βιομηχανίας τζιαι του μπιζνες τα οποία διαστρεβλώνουν τζιαι μολύνουν την ιδέαν της μάθησης ως εξερεύνηση, ανακάλυψη τζιαι ανάπτυξη.

Γενικά, για να μεν σας πολλο-βασανίζω, επειδή δακάτω εν Αγγλία, η ιδέα του ελέγχου, της αξιολόγησης, του συγκεντρωτισμού εν το παν. Τα πάντα μετρούνται, αλλά ο λέκτορας τζιαι ο φοιτητής συνεχίζουν την ζωήν όπως πάντα, δεν έσιει κανέναν όφελος για λλόου τους. Εν απλά μια γραφειοκρατική διαδικασία που εν παρασιτική πας το σύστημαν (Hussey & Smith). Η συμφωνία της Bologna του 1999 έκαμεν το υποχρεωτικόν στην Ευρώπη να χρησιμοποιούμεν τούτους τους μαθησιακούς στόχους για σκοπούς κυρίως σύγκρισης τζιαι εναρμόνισης. Φανταστείτε πόσα δισεκατομμύρια εσπαταληθήκαν πας την γραφειοκρατία, για τον έλεγχο της εκπαίδευσης….

Μεν με παρεξηγήσετε, γενικά πιστεύκω εν καλόν να έχουμεν ως δάσκαλοι τζιαι μαθητές μιαν ιδέαν του τί κάμνουμεν, που πάμεν. Αλλά δυστυχώς η έμφαση έννεν πας τούτον, εν πας το μέτρημαν…

Τέλος πάντων. Με τούτα ασχολούμαι προς το παρόν. Ελπίζω το αρθρούιν που γραφω να τελειώσει σύντομα… Είμαι σίουρος ότι κάποιοι που σας που είσαστεν πιο άνετοι με την κοινωνιολογία τζιαι τη φιλοσοφία, τζιαι επίσης οι φίλοι δασκάλοι, εννά έσιετε κάτι να πείτε. Εγώ είμαι επισκέπτης στα τταράφκια σας.

Αύριον-μεθαύριον εννά σας πω για το λογοτεχνικόν που εθκιέβασα τζιαι που το ετέλειωσα έκαμεν με να μεν θέλω να αρκέψω άλλον.

Posted in Δουλειά οξά δουλεία | Tagged , , , , | 1 σχόλιο